Η χαμένη δύναμη της στρατηγικής σκέψης στην Ελλάδα: Η ανάγκη αξιοποίησης της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων

από Μιχαήλ Μαντάλας
8 λεπτά ανάγνωση

Γράφει ο Μιχαήλ Μαντάλας, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ

 

Η σχέση επιστημονικής γνώσης, στρατηγικής κουλτούρας και εθνικής ισχύος

Στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον, η ικανότητα ενός κράτους να κατανοεί, να αναλύει και να προβλέπει τις εξελίξεις αποτελεί σημαντικό παράγοντα ισχύος. Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων, η επιστροφή της ισχύος ως κεντρικού στοιχείου των διεθνών σχέσεων, οι υβριδικές απειλές, η ενεργειακή ασφάλεια και οι τεχνολογικές μεταβολές δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένης πολυπλοκότητας.

Σε αυτές τις συνθήκες, η στρατηγική σκέψη δεν αποτελεί ακαδημαϊκή πολυτέλεια ούτε ένα θεωρητικό εργαλείο περιορισμένο στον πανεπιστημιακό χώρο. Αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση εξωτερικής πολιτικής και τη διαμόρφωση μακροπρόθεσμων εθνικών επιλογών.

Η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και του περιφερειακού της ρόλου, έχει ιδιαίτερη ανάγκη από μια τέτοια προσέγγιση. Η Ανατολική Μεσόγειος, τα Βαλκάνια, η Μέση Ανατολή, οι ενεργειακοί διάδρομοι, οι μεταβολές στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας και η αυξανόμενη αλληλεξάρτηση μεταξύ γεωπολιτικής, οικονομίας και τεχνολογίας δημιουργούν προκλήσεις που απαιτούν συστηματική ανάλυση και στρατηγικό σχεδιασμό.

Και όμως, παρά τη γεωπολιτική σημασία της χώρας, η Ελλάδα εξακολουθεί να μην αξιοποιεί στον βαθμό που θα μπορούσε ένα σημαντικό επιστημονικό κεφάλαιο: την κοινότητα των διεθνολόγων και των ειδικών στις Διεθνείς Σχέσεις.

Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία γνώσης. Η Ελλάδα διαθέτει επιστήμονες με υψηλή κατάρτιση, διεθνείς εμπειρίες και σημαντική ερευνητική παραγωγή. Το πρόβλημα είναι η περιορισμένη μετατροπή αυτής της γνώσης σε θεσμική ικανότητα, σε στρατηγικό σχεδιασμό και σε δημόσια πολιτική.

Με άλλα λόγια, το ελληνικό έλλειμμα δεν αφορά μόνο την παραγωγή επιστημονικής γνώσης. Αφορά κυρίως τους μηχανισμούς αξιοποίησής της.

Ο πραγματικός ρόλος του διεθνολόγου και η σύγχυση με τη δημοσιογραφία

Ένα από τα βασικά προβλήματα στον ελληνικό δημόσιο διάλογο είναι η συχνή σύγχυση σχετικά με τον ρόλο του διεθνολόγου. Η επιστημονική ανάλυση πολλές φορές αντιμετωπίζεται ως απλός σχολιασμός της επικαιρότητας ή ως τηλεοπτική παρουσία γύρω από ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Ωστόσο, η επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων αποτελεί ένα αυτοτελές επιστημονικό πεδίο με συγκεκριμένες θεωρητικές προσεγγίσεις, ερευνητικές μεθόδους και αναλυτικά εργαλεία. Σκοπός της δεν είναι μόνο η περιγραφή των γεγονότων, αλλά η κατανόηση των βαθύτερων μηχανισμών που διαμορφώνουν τη διεθνή πραγματικότητα.

Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική διάκριση μεταξύ δημοσιογράφου και διεθνολόγου.

Ο δημοσιογράφος επιτελεί έναν θεμελιώδη ρόλο σε μια δημοκρατική κοινωνία: ερευνά, καταγράφει, μεταδίδει και αναλύει γεγονότα, συμβάλλοντας στην ενημέρωση των πολιτών και στον δημόσιο έλεγχο.

Ο διεθνολόγος, από την άλλη πλευρά, έχει διαφορετική αποστολή. Μελετά τις σχέσεις ισχύος, τη συμπεριφορά των κρατών, τις διεθνείς δομές, τις στρατηγικές επιλογές, τα συμφέροντα των δρώντων και τις μακροπρόθεσμες τάσεις που διαμορφώνουν το παγκόσμιο σύστημα.

Οι δύο ρόλοι δεν ανταγωνίζονται. Αντίθετα, λειτουργούν συμπληρωματικά. Η δημοσιογραφία συμβάλλει στην ενημέρωση και η διεθνολογία στη βαθύτερη κατανόηση και ερμηνεία των εξελίξεων.

Η εξίσωση, όμως, των δύο πεδίων οδηγεί σε μια σημαντική υποβάθμιση της επιστημονικής διάστασης των Διεθνών Σχέσεων. Ο διεθνολόγος δεν περιορίζεται στο ερώτημα «τι συνέβη». Επιχειρεί να απαντήσει σε πιο σύνθετα ερωτήματα: γιατί συνέβη, ποια συμφέροντα επηρεάζουν τις εξελίξεις, ποιες είναι οι πιθανές συνέπειες και ποιες στρατηγικές επιλογές διαθέτει ένα κράτος.

Η διεθνής εμπειρία: όταν η γνώση μετατρέπεται σε στρατηγικό πλεονέκτημα

Η αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης στη χάραξη πολιτικής δεν αποτελεί μια θεωρητική προσέγγιση, αλλά μια πρακτική που εφαρμόζεται σε πολλά κράτη με ανεπτυγμένη στρατηγική κουλτούρα.

Σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και το Ισραήλ, η σχέση μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, δεξαμενών σκέψης και κρατικών θεσμών είναι περισσότερο οργανωμένη. Η παραγωγή γνώσης δεν περιορίζεται στον ακαδημαϊκό χώρο, αλλά συνδέεται με τη διαδικασία διαμόρφωσης πολιτικών επιλογών.

Οι δεξαμενές σκέψης (think tanks) λειτουργούν ως γέφυρες μεταξύ επιστημονικής έρευνας και δημόσιας πολιτικής. Παράγουν αναλύσεις, αξιολογούν εξελίξεις, διαμορφώνουν εναλλακτικά σενάρια και προσφέρουν στους θεσμούς εργαλεία καλύτερης κατανόησης ενός σύνθετου διεθνούς περιβάλλοντος.

Η αξία αυτών των οργανισμών δεν βρίσκεται στο ότι υποκαθιστούν την πολιτική ηγεσία ή τη δημόσια διοίκηση. Βρίσκεται στο ότι ενισχύουν την ποιότητα των αποφάσεων, προσφέροντας τεκμηριωμένη ανάλυση και μακροπρόθεσμη οπτική.

Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό επιστημονικό δυναμικό, αλλά η σύνδεση μεταξύ παραγωγής γνώσης και θεσμικής αξιοποίησης παραμένει περιορισμένη. Συχνά η πολιτεία αναζητά εξειδικευμένη ανάλυση όταν ήδη έχει εκδηλωθεί μια κρίση, αντί να έχει δημιουργήσει σταθερούς μηχανισμούς πρόληψης, αξιολόγησης και στρατηγικού σχεδιασμού.

Η στρατηγική ικανότητα ενός κράτους, όμως, δεν οικοδομείται μόνο σε στιγμές πίεσης. Δημιουργείται μέσα από συνεχή επένδυση στη γνώση, στην έρευνα και στην ανάπτυξη ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η υποαξιοποίηση ενός σημαντικού επιστημονικού κεφαλαίου

Η Ελλάδα διαθέτει διεθνολόγους και ερευνητές με υψηλό επίπεδο κατάρτισης. Πολλοί έχουν πραγματοποιήσει σπουδές σε κορυφαία πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού, έχουν εξειδικευτεί σε κρίσιμα πεδία όπως η διεθνής ασφάλεια, η γεωπολιτική, η ευρωπαϊκή πολιτική, η ενεργειακή ασφάλεια και οι στρατηγικές σπουδές.

Ωστόσο, η επιστημονική επάρκεια δεν συνοδεύεται πάντοτε από αντίστοιχες ευκαιρίες θεσμικής αξιοποίησης.

Πολλοί νέοι επιστήμονες βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα περιορισμένο επαγγελματικό περιβάλλον, όπου απαιτείται συνεχής προσπάθεια για τη δημιουργία επιστημονικών δικτύων και την ανάδειξη του έργου τους. Παρά την επένδυση χρόνου και πόρων στην εκπαίδευσή τους, συχνά δεν υπάρχουν επαρκείς θεσμικές διαδρομές που να επιτρέπουν τη μετατροπή της εξειδίκευσής τους σε επαγγελματική δραστηριότητα.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους νέους επιστήμονες. Αφορά και έμπειρους πανεπιστημιακούς και ερευνητές, οι οποίοι διαθέτουν σημαντική επιστημονική παραγωγή, διεθνή παρουσία και πολυετή προσφορά, αλλά δεν αξιοποιούνται πάντοτε στον βαθμό που θα μπορούσαν να συμβάλουν στον δημόσιο διάλογο και στη διαμόρφωση στρατηγικών επιλογών.

Η αδυναμία αξιοποίησης αυτού του δυναμικού αποτελεί απώλεια όχι μόνο για τους ίδιους τους επιστήμονες, αλλά για το κράτος συνολικά. Κάθε χώρα που δεν αξιοποιεί το ανθρώπινο κεφάλαιο που διαθέτει περιορίζει τις ίδιες τις δυνατότητές της να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του μέλλοντος.

Η οικονομική και θεσμική απαξίωση της εξειδικευμένης γνώσης

Ένα ζήτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι η περιορισμένη οικονομική και θεσμική αναγνώριση της επιστημονικής εργασίας στον χώρο των Διεθνών Σχέσεων.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου επιστήμονες με πολυετείς σπουδές, μεταπτυχιακή ή διδακτορική εξειδίκευση, ερευνητικό έργο και βαθιά γνώση διεθνών θεμάτων καλούνται να προσφέρουν εργασία χωρίς την αντίστοιχη αμοιβή ή επαγγελματική αναγνώριση.

Η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα ζήτημα ατομικής δικαιοσύνης. Αποτελεί πρόβλημα στρατηγικής σημασίας. Όταν η εξειδικευμένη γνώση δεν αναγνωρίζεται και δεν ανταμείβεται επαρκώς, ένα κράτος κινδυνεύει να αποδυναμώσει το ίδιο το επιστημονικό δυναμικό που χρειάζεται για να κατανοεί και να αντιμετωπίζει τις διεθνείς προκλήσεις.

Η παραγωγή στρατηγικής γνώσης απαιτεί χρόνο, μελέτη, έρευνα και συνεχή ενημέρωση. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως άτυπη προσφορά που παρέχεται χωρίς θεσμικό πλαίσιο και χωρίς ουσιαστική αναγνώριση.

Η γνώση αποτελεί κεφάλαιο και οι άνθρωποι που παράγουν αυτή τη γνώση αποτελούν επένδυση για τη χώρα.

Η ανάγκη θεσμικής και επαγγελματικής αναγνώρισης του διεθνολόγου

Η συζήτηση για την αξιοποίηση της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων οδηγεί αναπόφευκτα και σε ένα ευρύτερο ερώτημα: ποια θέση πρέπει να έχει ο διεθνολόγος στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Η διεθνολογία αποτελεί έναν επιστημονικό κλάδο που απαιτεί υψηλό επίπεδο εξειδίκευσης, καθώς συνδέεται άμεσα με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, διεθνούς ασφάλειας, γεωπολιτικής ανάλυσης και στρατηγικού σχεδιασμού. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα δεν έχει ακόμη διαμορφώσει ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο που να αντανακλά αυτή την πραγματικότητα.

Η συζήτηση για την επαγγελματική αναγνώριση του διεθνολόγου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια συντεχνιακή διεκδίκηση ή ως προσπάθεια δημιουργίας προνομίων. Αντίθετα, αφορά την ανάγκη ενός σύγχρονου κράτους να αναγνωρίζει και να αξιοποιεί συστηματικά την εξειδικευμένη γνώση.

Ένα κράτος που επιθυμεί να διαθέτει αποτελεσματική εξωτερική πολιτική και στρατηγική ικανότητα χρειάζεται ανθρώπους εκπαιδευμένους να μελετούν το διεθνές σύστημα, να αξιολογούν κινδύνους, να αναλύουν τάσεις και να προτείνουν εναλλακτικές επιλογές.

Η επαγγελματική αναγνώριση δεν σημαίνει αποκλεισμό άλλων επιστημονικών πεδίων. Η κατανόηση των διεθνών εξελίξεων απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση. Σημαίνει όμως ότι η εξειδικευμένη γνώση πρέπει να έχει μια σαφή θέση μέσα στους θεσμούς, στην οικονομία της γνώσης και στη δημόσια πολιτική.

Προς μια νέα στρατηγική κουλτούρα στην Ελλάδα

Η ενίσχυση της στρατηγικής σκέψης στην Ελλάδα απαιτεί μια σειρά από θεσμικές παρεμβάσεις.

Πρώτον, χρειάζεται βαθύτερη σύνδεση μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, δεξαμενών σκέψης και κρατικών φορέων. Η επιστημονική γνώση δεν μπορεί να παραμένει απομονωμένη από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, ούτε η πολιτεία να αναζητά ειδικούς μόνο σε περιόδους κρίσης.

Δεύτερον, απαιτείται ενίσχυση των ανεξάρτητων ερευνητικών οργανισμών και δημιουργία σταθερών διαύλων συνεργασίας με τη δημόσια διοίκηση. Οι θεσμοί αυτοί μπορούν να λειτουργήσουν ως χώροι παραγωγής στρατηγικών ιδεών, εκπαίδευσης νέων επιστημόνων και αξιολόγησης πολιτικών επιλογών.

Τρίτον, είναι απαραίτητη μια πιο αξιοκρατική κουλτούρα αξιοποίησης του επιστημονικού δυναμικού. Η επιλογή ανθρώπων για τη συμβολή τους στη δημόσια συζήτηση και στη χάραξη πολιτικής πρέπει να βασίζεται στην επιστημονική επάρκεια, την τεκμηριωμένη γνώση και την εμπειρία.

Τέταρτον, χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας. Η στρατηγική σκέψη δεν πρέπει να θεωρείται πολυτέλεια ή δραστηριότητα περιορισμένων κύκλων. Είναι βασικό εργαλείο εθνικής ισχύος.

Η προσωπική διάσταση μιας επιστημονικής διαδρομής

Η πορεία ενός διεθνολόγου απαιτεί συνεχή μελέτη, ενημέρωση, έρευνα και αφοσίωση. Πίσω από κάθε σοβαρή ανάλυση υπάρχουν χρόνια εκπαίδευσης, προσπάθειας και αναζήτησης γνώσης.

Όσοι επέλεξαν αυτή την επιστήμη δεν το έκαναν επειδή προσέφερε έναν εύκολο δρόμο ή άμεση αναγνώριση. Το έκαναν επειδή πίστεψαν στη σημασία της κατανόησης του κόσμου, στη δύναμη της γνώσης και στην ανάγκη η Ελλάδα να διαθέτει ανθρώπους που μπορούν να βλέπουν πέρα από την καθημερινή επικαιρότητα.

Η προσφορά στη δημόσια συζήτηση, η παραγωγή ανάλυσης και η προσπάθεια κατανόησης των διεθνών εξελίξεων αποτελούν μια μορφή επιστημονικής ευθύνης.

Συμπέρασμα

Η Ελλάδα δεν στερείται ικανών ανθρώπων, επιστημονικής γνώσης ή ακαδημαϊκού δυναμικού. Το βασικό πρόβλημα είναι η αδυναμία δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου συστήματος που θα μετατρέπει αυτή τη γνώση σε στρατηγικό πλεονέκτημα.

Στον σύγχρονο κόσμο η ισχύς δεν μετριέται μόνο με οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους, αλλά και με την ικανότητα ενός κράτους να παράγει γνώση, να αναλύει δεδομένα και να λαμβάνει έγκαιρες αποφάσεις, η στρατηγική σκέψη αποτελεί εθνικό κεφάλαιο.

Η αξιοποίηση των διεθνολόγων δεν αφορά μόνο έναν επιστημονικό κλάδο. Αφορά την ποιότητα της ίδιας της εθνικής στρατηγικής.

Η μεγαλύτερη χαμένη δύναμη της Ελλάδας δεν είναι η έλλειψη ανθρώπων με ικανότητες και γνώση αλλά η αδυναμία να αξιοποιήσει πλήρως εκείνους που ήδη διαθέτει.

 

Ενδεικτικές Πηγές

  • Snyder, Jack L. (1977). The Soviet Strategic Culture: Implications for Limited Nuclear Operations. RAND Corporation.
  • McGann, James G. Global Go To Think Tank Index Report. University of Pennsylvania.
  • Samuel, Olamide. Strategic Culture, Domestic Politics, and Foreign Policy. Research Paper No. 17, ΚΕΔΙΣΑ.
  • Koukakis, Georgios. Strategic Documents on Security, Defence & Intelligence Issued by Regional & International Actors. ΚΕΔΙΣΑ.
  • Gray, Colin S. (1999). Modern Strategy. Oxford University Press.

Related Posts