Γράφει ο Δρ. Παναγιώτης Σφαέλος, Αντιπρόεδρος Δ.Σ. & Δ/ντης Ερευνών ΚΕΔΙΣΑ
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εισέρχονται εκ νέου σε μια περίοδο έντασης καθώς η Άγκυρα κλιμακώνει τις προκλητικές της ενέργειες με τα θαλάσσια πάρκα στο Αιγαίο αλλά και τον επερχόμενο νόμο για την «Γαλάζια Πατρίδα». Τα λεγόμενα «ήρεμα νερά» ήταν μια ουτοπία ή μάλλον ένα διπλωματικό τέχνασμα της Τουρκίας για να φανεί διαλλακτική στα μάτια της Δύσης ώστε να επωφεληθεί γεωπολιτικώς. Το αναθεωρητικό αφήγημα της Τουρκίας έχει βάθος και επιδιώκει να διχοτομήσει το Αιγαίο και να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Ερντογάν ζητάει την αποστρατικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και θέλει να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα. Παράλληλα, η Τουρκία βρίσκεται σε αντιπαλότητα με το Ισραήλ και έχει ήδη δημιουργήσει μια συμμαχία με το Πακιστάν και την Σαουδική Αραβία (Συμφωνία της Μέκκας) κατά του Ισραήλ. Η Ελλάδα, από την άλλη μεριά, είναι σύμμαχος του Ισραήλ και εξοπλίζεται δυναμικά από αυτό με την «Ασπίδα του Αχιλλέα» κάτι που ίσως αυξήσει ακόμα περισσότερο την ένταση με την Άγκυρα. Η Ελλάδα πάντως πρέπει να πάψει την κατευναστική εξωτερική πολιτική έναντι της Τουρκίας και να εξασκήσει τα δικαιώματα της υπό το διεθνές δίκαιο.
Στην πραγματικότητα, η Άγκυρα δεν εγκατέλειψε ποτέ το αναθεωρητικό της αφήγημα. Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια επιχειρεί να το μετατρέψει σε μια συνεκτική στρατηγική περιφερειακής ισχύος. Η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα καθώς αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας της Τουρκίας να διευρύνει τον ρόλο της στη θάλασσα, να αμφισβητήσει ελληνικές και κυπριακές θέσεις και να καταστεί δύναμη που θα πρέπει να λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη σε κάθε σημαντική εξέλιξη στην Ανατολική Μεσόγειο. Θέλει δηλαδή να δημιουργήσει μια νέα πατρίδα που θα αποτελείται από θαλάσσιες περιοχές που δεν ελέγχει ώστε να καταστεί θαλάσσια δύναμη στην καίρια γεωστρατηγική θέση που κατέχει.
Η στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» έχει βαθιές ρίζες. Άλλωστε η τουρκική εξωτερική πολιτική έρχεται από μακριά και πάει μακριά. Τα Ίμια το 1996 αποτέλεσαν σημείο καμπής, καθώς η Τουρκία εισήγαγε για πρώτη φορά με τόσο έντονο τρόπο τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», αμφισβητώντας την ελληνική κυριαρχία σε συγκεκριμένες νησίδες και βραχονησίδες. Οι βραχονησίδες (όσες εξ’ αυτών είναι κατοικημένες και υπάρχει έστω μία υποτυπώδης οικονομική δραστηριότητα) δεν είναι σημαντικές ως έδαφος για την Τουρκία αλλά έχουν ΑΟΖ και διευρύνουν τα δικαιώματα της Τουρκίας στη θάλασσα. Ακολούθησε η συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης του 2019 για την οριοθέτηση θαλάσσιων περιοχών, την οποία η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρούν νομικά προβληματική και αντίθετη προς τα δικαιώματα τρίτων κρατών. Το παράνομο Τούρκο-Λιβυκό μνημόνιο οριοθέτησε ΑΟΖ Τουρκίας – Λιβύης χωρίς η Τουρκία να το δικαιούται. Έτσι, μπορεί να εκμεταλλεύεται τον ορυκτό πλούτο της περιοχής αν και τώρα δυσκολεύεται λόγω των αμερικανικών εταιρειών που δραστηριοποιούντα στην περιοχή.
Η πολυδιάστατη τουρκική εξωτερική πολιτική δεν περιορίζεται όμως στις διμερείς ελληνοτουρκικές διαφορές. Η Τουρκία επιδιώκει έναν ευρύτερο περιφερειακό ρόλο στον «Αιώνα της Τουρκίας» όπως τον ονομάζει ο Ερντογάν. Θέλει να είναι η δύναμη που θα παρεμβαίνει στις εξελίξεις από τον Καύκασο και τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Η γεωγραφική θέση της Τουρκίας, ο μεγάλος πληθυσμός της, η μεγάλη της αγορά, ο μεγάλος στρατός της, η ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας και η δυνατότητα να συνομιλεί ταυτόχρονα με τη Δύση, τη Ρωσία και τον μουσουλμανικό κόσμο της προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα.
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ερμηνευθούν και οι νέες τουρκικές πρωτοβουλίες στη θάλασσα. Τα θαλάσσια πάρκα που ανακοίνωσε η Τουρκία στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο περιλαμβάνουν περιοχές των οποίων η θαλάσσια δικαιοδοσία αποτελεί αντικείμενο ελληνοτουρκικής διαφωνίας. Ουσιαστικά, παραβιάζουν την Ελληνική ΑΟΖ και εγκλωβίζουν την Ελλάδα. Η σημασία των πάρκων δεν είναι μόνο περιβαλλοντική. Η Τουρκία επιχειρεί να αποκτήσει παρουσία και λόγο σε περιοχές όπου η Ελλάδα έχει κυριαρχικά δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η Άγκυρα προωθεί παράλληλα νομοθετική πρωτοβουλία για την «Γαλάζια Πατρίδα» η οποία επιχειρεί να την μετατρέψει από στρατηγικό δόγμα σε θεσμοποιημένη κρατική πολιτική. Η Τουρκία επιδιώκει να συγκεντρώσει σε ένα ενιαίο νομικό πλαίσιο ζητήματα που αφορούν τις θαλάσσιες ζώνες, την υφαλοκρηπίδα, την ΑΟΖ και τις τουρκικές θαλάσσιες διεκδικήσεις. Ένας τέτοιος εσωτερικός νόμος, βεβαίως, δεν μπορεί από μόνος του να δημιουργήσει διεθνή δικαιώματα έναντι της Ελλάδας. Το εσωτερικό δίκαιο ενός κράτους δεν υπερισχύει του Διεθνούς Δικαίου ούτε δεσμεύει τρίτα κράτη. Όμως, η θεσμοποίηση των τουρκικών διεκδικήσεων μπορεί να τις καταστήσει πιο μόνιμες στο εσωτερικό της Τουρκίας και να παράσχει στις τουρκικές αρχές ένα επιπλέον εργαλείο για την άσκηση της πολιτικής τους στη θάλασσα. Ο νόμος αυτός μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά τετελεσμένα καθώς το τουρκικό λιμενικό και το πολεμικό ναυτικό θα έχουν νομική βάση δράσης στην περιοχή του Αιγαίου. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει σοβαρή εμπλοκή και να «γκριζάρει» περιοχές του Αιγαίου. Με άλλα λόγια, η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει τη «Γαλάζια Πατρίδα» από σύνθημα σε κρατική στρατηγική με διάρκεια.
Ιδιαίτερα ευαίσθητο παραμένει το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών. Η Τουρκία επαναφέρει συστηματικά την απαίτηση για αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων, επιχειρώντας να συνδέσει το ζήτημα με το καθεστώς των συνθηκών που διέπουν τα νησιά. Η Ελλάδα απορρίπτει την τουρκική ερμηνεία και υποστηρίζει το δικαίωμά της στην άμυνα, ιδιαίτερα απέναντι σε μια χώρα που διαθέτει απέναντι από τα ελληνικά νησιά σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις. Δηλαδή, η Άγκυρα ζητά από την Ελλάδα να περιορίσει την αμυντική της παρουσία στα νησιά, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί απέναντι από το Αιγαίο σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες. Η ελληνική θέση είναι ότι η άμυνα των νησιών αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την προστασία της εθνικής κυριαρχίας και ότι κανένα καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως απαγόρευση του δικαιώματος αυτοάμυνας.
Στο ίδιο γεωπολιτικό περιβάλλον εντάσσεται και η «Ασπίδα του Αχιλλέα». Η δημιουργία ενός σύγχρονου, πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας ενισχύει σημαντικά την ελληνική αποτρεπτική ικανότητα. Η Ελλάδα επιχειρεί να περάσει από την παραδοσιακή λογική της αεράμυνας σε ένα δικτυωμένο σύστημα που θα συνδυάζει αισθητήρες, ραντάρ, αντιαεροπορικά και αντιπυραυλικά μέσα και διαφορετικά επίπεδα αναχαίτισης. Η εξέλιξη αυτή ασφαλώς ενδιαφέρει την Άγκυρα. Μια Ελλάδα με αυξημένες δυνατότητες επιτήρησης και αεράμυνας περιορίζει τα περιθώρια στρατιωτικού αιφνιδιασμού και αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας. Ωστόσο, η ελληνική ενίσχυση δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως επιθετική κίνηση. Η Αθήνα την εντάσσει στη λογική της αποτροπής: στόχος είναι να καταστεί σαφές ότι οποιαδήποτε απόπειρα δημιουργίας τετελεσμένων θα έχει υψηλό κόστος.
Παράλληλα, η αντιπαλότητα Τουρκίας – Ισραήλ προσθέτει μια ακόμη διάσταση στο γεωπολιτικό τοπίο της Ανατολικής Μεσογείου. Η Άγκυρα έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα σκληρή ρητορική απέναντι στο Ισραήλ, εμφανιζόμενη ως ένας από τους βασικούς υποστηρικτές της παλαιστινιακής υπόθεσης και επιχειρώντας να ενισχύσει τον ρόλο της στον μουσουλμανικό κόσμο. Η Συμφωνία της Μέκκας ενισχύει τη δυνατότητα της Τουρκίας να δημιουργήσει ένα ευρύτερο πλέγμα συνεργασιών στον μουσουλμανικό κόσμο που τη φέρνει σε αντιπαλότητα με το Ισραήλ.
Η Ελλάδα ορθώς έχει αναπτύξει στενή στρατηγική σχέση με το Ισραήλ και παράλληλα ενισχύει τις σχέσεις της με την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Γαλλία και άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό περιφερειακό πλέγμα ισορροπιών. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον έναν απομονωμένο αντίπαλο, αλλά μέρος ενός ευρύτερου δικτύου συνεργασιών.
Ίσως το σημαντικότερο πεδίο στο οποίο θα δοκιμαστεί η νέα ισορροπία να είναι το ηλεκτρικό καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου, το Great Sea Interconnector, με προοπτική μελλοντικής σύνδεσης και με το Ισραήλ. Το έργο έχει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς μπορεί να περιορίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και να ενισχύσει τη σύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου με το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. Η συμμετοχή της γαλλικής Meridiam προσδίδει στο έργο ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική βαρύτητα. Η παρουσία ενός σημαντικού γαλλικού επενδυτικού παράγοντα σε μια κρίσιμη ευρωπαϊκή ενεργειακή υποδομή δυσκολεύει την αντιμετώπιση του έργου ως μιας αποκλειστικά ελληνοτουρκικής διαφοράς. Το καλώδιο συνδέεται πλέον με την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια και με τις ευρύτερες στρατηγικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Η πόντιση του καλωδίου θα αποτελέσει συνεπώς κρίσιμο τεστ στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αν προχωρήσει χωρίς σοβαρή τουρκική παρεμπόδιση, η Ελλάδα θα έχει αποδείξει ότι μπορεί να προωθεί στρατηγικά έργα και να ασκεί τα δικαιώματα που θεωρεί ότι απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο, διατηρώντας παράλληλα ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα. Εάν όμως υπάρξει απόπειρα παρεμπόδισης ή δημιουργίας τετελεσμένων, η κατάσταση μπορεί να εισέλθει σε μια πολύ πιο επικίνδυνη φάση. Το προηγούμενο της Κάσου εξακολουθεί να αποτελεί προειδοποιητικό παράδειγμα για το πόσο εύκολα μια τεχνική ή ενεργειακή δραστηριότητα μπορεί να μετατραπεί σε σοβαρό γεωπολιτικό επεισόδιο.
Στην Κύπρο, η κατάσταση παραμένει ακόμη πιο σύνθετη. Η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί στρατιωτική κατοχή στο βόρειο τμήμα του Κύπρου και υποστηρίζει πλέον ανοικτά τη λύση των δύο κρατών, σε αντίθεση με το πλαίσιο της δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας που αποτελεί τη βάση των Ηνωμένων Εθνών για την επίλυση του Κυπριακού. Η Ανατολική Μεσόγειος επομένως αποτελεί έναν ενιαίο γεωπολιτικό χώρο όπου το Κυπριακό, οι θαλάσσιες ζώνες, η ενέργεια και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αλληλοσυνδέονται.
Το βασικό ερώτημα είναι πλέον ποια Τουρκία έχουμε απέναντί μας. Η απάντηση είναι ότι πρόκειται για μια χώρα που δεν αρκείται στην προστασία των άμεσων εθνικών της συμφερόντων, αλλά επιδιώκει να καταστεί περιφερειακός πόλος ισχύος. Η Άγκυρα θέλει να έχει λόγο στη Συρία, στη Λιβύη, στον Καύκασο, στη Μαύρη Θάλασσα, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο. Θέλει επίσης να διαδραματίζει ρόλο στις εξελίξεις του μουσουλμανικού κόσμου και να διατηρεί ταυτόχρονα στρατηγικές σχέσεις με τη Δύση. Η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί ένα κομμάτι αυτού του ευρύτερου στρατηγικού οράματος. Αποτελεί το θαλάσσιο σκέλος μιας ευρύτερης προσπάθειας να αυξηθεί η τουρκική επιρροή και να περιοριστεί ο ρόλος των αντιπάλων της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα επομένως δεν μπορεί να απαντήσει μόνο με μια πολιτική διαχείρισης της έντασης. Ο διάλογος με την Τουρκία είναι αναγκαίος, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την άσκηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ούτε την αποτρεπτική ισχύ. Η Αθήνα χρειάζεται μια πολιτική που θα συνδυάζει τη διπλωματία με την αποτροπή, το Διεθνές Δίκαιο με την ενεργό παρουσία και τις συμμαχίες με την ανάπτυξη αυτόνομων εθνικών δυνατοτήτων. Πρέπει να φύγουμε από την λογική των «ήρεμων νερών» που στην ουσία «ξέπλυνε» την Τουρκία στα μάτια της Δύσης. Η ενεργή αποτροπή είναι η πιο συμφέρουσα στρατηγική. Η ισχύς σε συνδυασμό με το διεθνές δίκαιο που είναι με το μέρος μας αποτελούν τη μόνη αποτρεπτική διέξοδο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της αυξανόμενης έντασης και απειλής από την Τουρκία η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να ενισχύει στρατιωτικά τρίτες χώρες (π.χ. Ουκρανία και Σαουδική Αραβία) γιατί κύριο μέλημά της πρέπει να είναι η θωράκιση της δικής της άμυνας και ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η σύγκρουση με την Τουρκία. Είναι η διαμόρφωση ενός συσχετισμού ισχύος που θα καθιστά τη σύγκρουση περιττή και ταυτόχρονα θα αποτρέπει την επιβολή τετελεσμένων. Η Ελλάδα οφείλει να καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί τον διάλογο, αλλά δεν πρόκειται να αποδεχθεί μια περιφερειακή τάξη στην οποία οι τουρκικές διεκδικήσεις θα μετατρέπονται σταδιακά σε πραγματικότητες.
Το σίγουρο είναι ότι η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται έτσι σε μια νέα εποχή. Η Τουρκία επιχειρεί να μετατραπεί σε ισχυρό περιφερειακό παίκτη στην περιοχή και να έχει λόγο για κάθε εξέλιξη. Η Ελλάδα, μαζί με την Κύπρο και το Ισραήλ πρέπει να αποφασίσει εάν θα παρακολουθεί αυτή τη μεταβολή ή εάν θα συμμετάσχει ενεργά στη διαμόρφωση της νέας γεωπολιτικής ισορροπίας. Η συμβολή του Ισραήλ μπορεί να είναι το κλειδί στην λύση των ελληνοτούρκικων σχέσεων και του Κυπριακού καθώς η στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στα κατεχόμενα αποτελεί «κόκκινο πανί» για το Τελ Αβίβ. Δεν αρκεί βέβαια να εξοπλιζόμαστε με ισραηλινά όπλα αλλά απαιτείται και μια πιο ενεργή συμμέτοχη στα δρώμενα και αποφασιστικότητα ώστε να έχουμε γεωπολιτικά οφέλη. Η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας είναι μια απαραίτητη κίνηση αυτή την στιγμή που θα δείξει στην Τουρκία ότι δεν φοβόμαστε να επιβάλουμε το διεθνές δίκαιο της θάλασσας. Το δίκαιο αυτό που η Τουρκία δεν υπογράφει αλλά εφαρμόζει στην Μαύρη Θάλασσα. Παράλληλα, πρέπει η ΕΕ να πάρει σταθερή θέση υπέρ της Ελλάδας και να υπερασπιστεί την ΑΟΖ της που είναι και Ευρωπαϊκή ΑΟΖ. Συνεπώς, απαιτείται ένα νέο αποτρεπτικό δόγμα σε συνδυασμό με μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.

