Γράφει ο Σπυρίδων Θεοχαράκος, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ
Η πρόσφατη τοποθέτηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Βουδαπέστη, στο πλαίσιο του συνεδρίου της Εταιρείας για το Δίκαιο των Ανατολικών Εκκλησιών, και η πρόσκληση προς τους Προκαθημένους των πρεσβυγενών Πατριαρχείων της Ανατολής (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) για αδελφική Σύναξη στο Φανάρι στις 30 Νοεμβρίου επανέφεραν με ένταση στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα των σχέσεων Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε εκ νέου η προοπτική της «αποκατάστασης της πλήρους κοινωνίας».
Όπως συμβαίνει σχεδόν νομοτελειακά σε κάθε ανάλογη συγκυρία, η χρήση αυτής της ορολογίας ενεργοποίησε δύο διαμετρικά αντίθετες, πλην εξίσου παραμορφωτικές, αναγνώσεις: από τη μία πλευρά έναν άκριτο ενθουσιασμό περί μιας επικείμενης διοικητικής «ένωσης των Εκκλησιών» και, από την άλλη, έναν βαθύ συντηρητικό πανικό που καταγγέλλει «προδοσία των δογμάτων» και «υποταγή στον Πάπα».
Η κατανόηση των πραγματικών διαστάσεων αυτής της εξέλιξης απαιτεί την αποδόμηση του φαινομένου μέσα από τρεις αλληλένδετους άξονες: την αυστηρά εκκλησιολογική και κανονική φύση της πλήρους κοινωνίας, τις ιστορικές και ψυχολογικές αιτίες της αμφισβήτησης που δέχεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης εντός της Ελλάδας και, τέλος, τη γεωπολιτική εργαλειοποίηση του θεολογικού διαλόγου από το Πατριαρχείο Μόσχας.
Στην ορθόδοξη θεολογία και το κανονικό δίκαιο, ο όρος «πλήρης κοινωνία» (communio in sacris) αποτελεί την ύψιστη μυστηριακή πραγματικότητα: τη δυνατότητα κλήρου και λαού να συνέρχονται «επί το αυτό» και να συμμετέχουν από κοινού στο ίδιο Ευχαριστιακό Ποτήριο, αναγνωρίζοντας αμοιβαία την ταυτότητα της πίστης και τη χάρη των Μυστηρίων, χωρίς κανένα δογματικό ή κανονικό πρόσκομμα.
Η διαρκής παρανόηση ότι το Φανάρι προετοιμάζει μια «μυστική ένωση» προσκρούει στην ίδια τη δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας:
- Η απουσία «Ορθόδοξου Πάπα»: Ο Οικουμενικός Πατριάρχης προεδρεύει ως primus inter pares (πρώτος μεταξύ ίσων) και έχει τον συντονιστικό ρόλο στις διορθόδοξες πρωτοβουλίες και στον διεθνή θεολογικό διάλογο. Δεν διαθέτει, όμως, μονοπρόσωπη δογματική εξουσία ούτε δικαιοδοσία να επιβάλει μονομερώς δογματικές μεταβολές. Οποιαδήποτε ουσιαστική αποκατάσταση της κοινωνίας προϋποθέτει ευρεία πανορθόδοξη συναίνεση και συνοδική επικύρωση.
- Το πρωτείο τιμής: Στη Βουδαπέστη, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος επανέλαβε τη θεμελιώδη θέση που είχε διατυπώσει ήδη από τη δεκαετία του 1970 ο επιφανής καθολικός θεολόγος Γιόζεφ Ράτσινγκερ (μετέπειτα Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄): η Ρώμη δεν μπορεί να απαιτήσει από την Ανατολή καμία άλλη αντίληψη περί πρωτείου πέρα από εκείνη που ίσχυε και βιωνόταν κατά την πρώτη χιλιετία, πριν από το Σχίσμα του 1054. Πρόκειται για ένα πρωτείο τιμής και διακονίας εν αγάπη, το οποίο λειτουργεί εντός της συνοδικότητας των αδελφών Εκκλησιών και όχι υπεράνω αυτής.
- Η αναβίωση της Πενταρχίας: Η αναφορά στην ιστορική Πενταρχία των αρχαίων Αποστολικών Θρόνων (Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα) υπογραμμίζει ακριβώς αυτό το συλλογικό μοντέλο διακυβέρνησης. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η θετική υποδοχή της απόφασης του Πάπα Φραγκίσκου να επαναφέρει το 2024, στο Annuario Pontificio, τον ιστορικό τίτλο «Πατριάρχης της Δύσεως», τίτλος που είχε απαλειφθεί το 2006 και ο οποίος οριοθετεί την παπική δικαιοδοσία εντός της παραδοσιακής δυτικής της περιφέρειας, αποδυναμώνοντας θεωρητικά την έννοια της «παγκόσμιας και άμεσης εξουσίας».
- Το δογματικό χάσμα: Η πλήρης κοινωνία παραμένει ένας μακρινός, εσχατολογικός στόχος, διότι οι δογματικές αποκλίσεις δεν έχουν επιλυθεί. Ο επίσημος θεολογικός διάλογος, μέσα από τα ιστορικά κείμενα της Ραβέννας το 2007, του Κιέτι το 2016 και της Αλεξάνδρειας το 2023, σημειώνει σημαντική πρόοδο στο ζήτημα της ισορροπίας πρωτείου και συνοδικότητας. Ωστόσο, τα δόγματα της Α΄ Βατικανής Συνόδου (1870) περί παπικού αλαθήτου (ex cathedra) και καθολικής δικαιοδοσίας, η παρεμβολή του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, το καθαρτήριο πυρ και οι μεταγενέστερες δυτικές «μαριολογικές προσθήκες» παραμένουν απόλυτα ασυμβίβαστα με την ορθόδοξη παράδοση.
Ενώ ο θεολογικός διάλογος διεξάγεται σε ακαδημαϊκό και θεσμικό επίπεδο, στο εσωτερικό της Ελλάδας και συγκεκριμένα σε μερίδα της Ιεραρχίας, σε μοναστικούς κύκλους με επίκεντρο τμήματα του Αγίου Όρους, αλλά και σε παραεκκλησιαστικά έντυπα και ιστολόγια, ο Οικουμενικός Πατριάρχης αντιμετωπίζεται συχνά με ακραία εχθρότητα. Οι κατηγορίες περί «οικουμενισμού», «εκπτώσεων στην πίστη» και «συνοδοιπορίας με τη Δύση» επαναλαμβάνονται στερεοτυπικά.
Η ένταση αυτή δεν είναι τυχαία και εδράζεται σε τρεις βαθύτερους παράγοντες:
Το Συλλογικό Ιστορικό Τραύμα της Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439): Στη νεοελληνική θρησκευτική συνείδηση, η έννοια της προσέγγισης με τη Ρώμη είναι βαθιά ταυτισμένη με την αποτυχημένη Σύνοδο της Φλωρεντίας, όπου η εκκλησιαστική υποταγή επιβλήθηκε ως εκβιαστικό αντάλλαγμα για τη δυτική στρατιωτική βοήθεια απέναντι στην οθωμανική προέλαση. Η ιστορική μνήμη της «ψευδοένωσης», σε συνδυασμό με τη δράση της Ουνίας κατά τους νεότερους χρόνους, έχει κληροδοτήσει ένα ισχυρό αντανακλαστικό καχυποψίας, όπου κάθε κίνηση διαλόγου εκλαμβάνεται ασυνείδητα ως προοίμιο νέας συνθηκολόγησης.
Ο Φόβος της Αφομοίωσης: Ένα σημαντικό τμήμα της παραδοσιακής κοινωνίας αντιλαμβάνεται την Ορθοδοξία ως το έσχατο καταφύγιο εθνικής και πνευματικής ταυτότητας απέναντι σε μια ισοπεδωτική δυτική νεωτερικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, οποιαδήποτε θεολογική συνάντηση ερμηνεύεται ως άμβλυνση των ορίων μεταξύ αλήθειας και αίρεσης, καλλιεργώντας έναν απομονωτισμό που θεωρεί τη στασιμότητα ως τη μόνη εγγύηση δογματικής γνησιότητας.
Εγχώρια Πολιτική και Εκκλησιαστική Εκμετάλλευση: Ο αντιδυτικισμός αποτελεί διαχρονικά ένα εξαιρετικά αποδοτικό εργαλείο εσωτερικής επιρροής. Πολιτικοί σχηματισμοί του συντηρητικού και εθνοκεντρικού χώρου, καθώς και εκκλησιαστικοί παράγοντες που διεκδικούν ρόλο «αυθεντικών θεματοφυλάκων της ορθόδοξης παράδοσης», χρησιμοποιούν την αμφισβήτηση κατά του Φαναρίου για να συσπειρώσουν εκλογικά ακροατήρια και να αντλήσουν κοινωνική νομιμοποίηση, παρουσιάζοντας το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως φορέα ξένων, δυτικών επιρροών.
Εάν οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ελλάδας κινούνται κυρίως σε ψυχολογικό και ιδεολογικό επίπεδο, η στάση του Πατριαρχείου Μόσχας εντάσσεται σε έναν συγκροτημένο, μακροπρόθεσμο γεωπολιτικό σχεδιασμό. Η Ρωσική Εκκλησία, πλήρως ευθυγραμμισμένη με το δόγμα εξωτερικής πολιτικής του Κρεμλίνου και την ιδεολογία του «Ρωσικού Κόσμου», αξιοποιεί συστηματικά τον διάλογο Φαναρίου – Βατικανού ως όχημα απονομιμοποίησης του Οικουμενικού Θρόνου.
Η στρατηγική της Μόσχας εκδηλώνεται σε πολλαπλά επίπεδα:
- Η διεκδίκηση της πρωτοκαθεδρίας («Τρίτη Ρώμη»): Από την εποχή της διακοπής της ευχαριστιακής κοινωνίας με την Κωνσταντινούπολη το 2018, με αφορμή την παραχώρηση του Τόμου Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας, η Μόσχα επιδιώκει να ακυρώσει τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως συντονιστικού κέντρου της παγκόσμιας Ορθοδοξίας. Προβάλλοντας τον εαυτό της ως το πολυπληθέστερο Πατριαρχείο, επιχειρεί να μετατρέψει την Ορθοδοξία από ένα συνοδικό δίκτυο ίσων Εκκλησιών, με ιστορικό πρωτείο στο Φανάρι, σε ένα πολυπολικό σύστημα ισχύος βασισμένο σε δημογραφικά και γεωπολιτικά κριτήρια.
- Η προβολή ως το «Προπύργιο των Παραδοσιακών Αξιών»: Η ρωσική εκκλησιαστική διπλωματία αξιοποιεί επιδέξια τα συντηρητικά αντανακλαστικά των ορθόδοξων πληθυσμών στα Βαλκάνια και την Ελλάδα. Κάθε χειρονομία προσέγγισης μεταξύ Βαρθολομαίου και Πάπα παρουσιάζεται από ρωσικούς κύκλους και φίλα προσκείμενα μέσα ΜΜΕ ως τεκμήριο ότι η Κωνσταντινούπολη έχει «αλλοτριωθεί» από τον δυτικό φιλελευθερισμό και οδηγεί την Ορθοδοξία στην υποταγή. Αντίθετα, η Μόσχα αυτοανακηρύσσεται στον μοναδικό άσπιλο υπερασπιστή των ιερών κανόνων και των παραδοσιακών δογμάτων.
- Εκκλησιαστικός επεκτατισμός και ασύμμετρη πίεση: Αυτή η ιδεολογική πλατφόρμα χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει ευθείες επεμβάσεις σε άλλες κανονικές δικαιοδοσίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ίδρυση της «Πατριαρχικής Εξαρχίας Αφρικής» στα τέλη του 2021, με την οποία η Μόσχα εισέβαλε μονομερώς στην κανονική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Η κίνηση αυτή δικαιολογήθηκε στη ρωσική κοινή γνώμη ως προσπάθεια «διάσωσης» των Αφρικανών κληρικών από μια ηγεσία (τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας) που συντάχθηκε με το Φανάρι στο Ουκρανικό και στηρίζει τον οικουμενικό διάλογο.
Ο θεολογικός διάλογος μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας συνιστά μια ιστορική αναγκαιότητα για την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας στη βάση της αλήθειας της πρώτης χιλιετίας. Η επιδίωξη της «πλήρους κοινωνίας» αποτελεί μια επίπονη επιστημονική και πνευματική πορεία που απαιτεί την υπέρβαση χιλίων ετών δογματικών αποκλίσεων και εκκλησιολογικών στρεβλώσεων.
Ωστόσο, η πορεία αυτή δεν εξελίσσεται σε ιστορικό κενό. Βρίσκεται διαρκώς παγιδευμένη ανάμεσα στις εγχώριες ιδεοληψίες που συγχέουν τη δογματική ακρίβεια με τον απομονωτισμό και στη στρατηγική αναθεωρητισμού της Μόσχας, που εργαλειοποιεί την πίστη για γεωπολιτικούς σκοπούς.
Η πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχη να συγκαλέσει τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία της Ανατολής υπενθυμίζει ότι η αυθεντική απάντηση σε αυτές τις προκλήσεις δεν είναι ούτε ο άκριτος συγκρητισμός ούτε ο φοβικός εθνικισμός, αλλά η αναφορά στη συνοδική παράδοση των αρχαίων Αποστολικών Θρόνων. Για τη διεθνή ασφάλεια και τη θρησκευτική διπλωματία, η διαφύλαξη της υπερεθνικής, οικουμενικής διάστασης της Ορθοδοξίας παραμένει ο μοναδικός τρόπος ώστε η θρησκεία να μην εκπέσει σε υποχείριο κρατικών ανταγωνισμών, αλλά να διατηρήσει τον ρόλο της ως γέφυρα ειρήνης και καταλλαγής.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
- https://orthodoxia.info/news/o-vartholomaios-kalei-toys-patriarches/
- The Ravenna Document (2007): «Ecclesiological and Canonical Consequences of the Sacramental Nature of the Church: Ecclesial Communion, Conciliarity and Authority».
- The Chieti Document (2016): «Synodality and Primacy During the First Millennium: Towards a Common Understanding in Service to the Unity of the Church».
- The Alexandria Document (2023): «Synodality and Primacy in the Second Millennium and Today»
- Ratzinger, Joseph (Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄) (1987): Principles of Catholic Theology: Building Stones for a Fundamental Theology, San Francisco: Ignatius Press.
- Vgenopoulos, Maximos (Μητροπολίτης Σηλυβρίας Μάξιμος) (2013): Primacy in the Church from Vatican I to Vatican II: An Orthodox Perspective, DeKalb: Northern Illinois University
- Roudometof, Victor & Makrides, Vasilios N. (επιμ.) (2010): Orthodox Christianity in 21st Century Greece: The Role of Religion in Culture, Ethnicity and Politics, Farnham: Ashgate / Routledge.
- Hovorun, Cyril (2018):Political Orthodoxies: The Unorthodoxies of the Church Coerced, Minneapolis: Fortress Press.

