Γράφει η Σάλμα Ελ Μπαντάουι, Δόκιμη Αναλύτρια ΚΕΔΙΣΑ
Η επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία το 2021 δεν έφερε το τέλος της ένοπλης βίας στο Αφγανιστάν. Παράλληλα με τη νέα de facto κυβέρνηση συνέχισε να δρα το ISIS-K, το παρακλάδι του «Ισλαμικού Κράτους» στην περιοχή του Χορασάν. Η οργάνωση επιτίθεται στους Ταλιμπάν, πλήττει αμάχους και επιχειρεί να μεταφέρει τη δράση της πέρα από την αφγανική επικράτεια. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα: η ανάληψη της κρατικής εξουσίας από μία ένοπλη οργάνωση δεν εξαλείφει αυτόματα άλλες εξτρεμιστικές ομάδες που δρουν στην ίδια χώρα.
Η διεθνής συζήτηση συχνά αναφέρεται στο ISIS-K ως «ISIS του Αφγανιστάν». Η περιγραφή είναι κατανοητή, αλλά μπορεί να κρύψει τις ιδιαιτερότητές του. Για να εκτιμηθεί η απειλή χρειάζεται να διακριθούν η καταγωγή και η ιδεολογία της οργάνωσης, η σύγκρουσή της με τους Ταλιμπάν και οι αποδεδειγμένες διασυνοριακές της δυνατότητες. Χρειάζεται επίσης προσοχή: δεν είναι κάθε ισχυρισμός ανάληψης ευθύνης ισοδύναμος με ανεξάρτητη επιβεβαίωση και η μειωμένη συχνότητα επιθέσεων δεν σημαίνει απαραίτητα εξάλειψη του δικτύου.
Το ISIS-K συγκροτήθηκε το 2015 από μαχητές που συνδέονταν με διαφορετικά ένοπλα δίκτυα στην περιοχή και δήλωσαν πίστη στην ηγεσία του ISIS. Η ονομασία «Χορασάν» παραπέμπει σε μια ιστορική γεωγραφική περιοχή, όχι σε σύγχρονο κράτος με συγκεκριμένα σύνορα. Στο επίσημο καθεστώς κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών το παρακλάδι καταγράφεται ως ξεχωριστή συνδεδεμένη οντότητα. Η σχέση του με το ISIS εξηγεί τον ιδεολογικό προσανατολισμό και την προβολή του, όχι όμως ότι κάθε τοπική του επιχείρηση καθοδηγείται απευθείας από έναν ενιαίο κεντρικό μηχανισμό.
Το ISIS απέκτησε διεθνή αναγνωρισιμότητα όταν κατέλαβε εκτεταμένες περιοχές στη Συρία και στο Ιράκ το 2014. Η περίπτωση του ISIS-K είναι διαφορετική. Η δράση του στηρίχθηκε περισσότερο σε δίκτυα στρατολόγησης, ευέλικτη οργάνωση και επιθέσεις παρά σε σταθερό, εκτεταμένο εδαφικό έλεγχο. Αυτή η διάκριση έχει σημασία για την αξιολόγηση της ασφάλειας: η απώλεια εδαφών ή η εξάρθρωση μιας τοπικής ομάδας δεν αρκεί από μόνη της για να διαπιστωθεί ότι η οργάνωση έπαψε να μπορεί να ανασυγκροτηθεί.
Μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, οι επιχειρήσεις τους κατά του ISIS-K περιόρισαν τμήματα της δράσης του. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και υπηρεσίες ασφαλείας γειτονικών κρατών. Οι παρατηρητές κυρώσεων του ΟΗΕ, όπως τους συνοψίζει η Υπηρεσία Ερευνών του αμερικανικού Κογκρέσου στην έκθεσή της του Μαρτίου 2026, εκτίμησαν ότι αυτές οι ενέργειες συνέβαλαν σε λιγότερες επιθέσεις, χωρίς να αφαιρέσουν από την οργάνωση σημαντική επιχειρησιακή δυνατότητα. Αναφέρουν επίσης ότι μπορεί να αντικαθιστά μαχητές, μεταξύ άλλων μέσω διαδικτυακής στρατολόγησης.
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι το ISIS-K παραμένει ανεπηρέαστο. Είναι ότι η αποτελεσματικότητα της αντιμετώπισής του δεν μετριέται με έναν μόνο δείκτη. Ο αριθμός επιθέσεων, η δυνατότητα στρατολόγησης, η διατήρηση διασυνοριακών επαφών και η πρόσβαση σε υποστηρικτικά δίκτυα μπορεί να εξελίσσονται διαφορετικά. Μια περίοδος σχετικής υποχώρησης ενδέχεται να αντανακλά πραγματική αποδυνάμωση, αλλά μπορεί επίσης να επιτρέπει προσαρμογή των μεθόδων δράσης. Η ασφαλής εκτίμηση απαιτεί συνεχή, συγκρίσιμα στοιχεία.
Η μεγάλη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο εξετάζεται το ISIS-K αφορά τον διεθνή του προσανατολισμό. Σύμφωνα με την αμερικανική Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου, το 2024 αποδόθηκαν στο παρακλάδι επιθέσεις με πολλούς νεκρούς στο Ιράν και στη Ρωσία. Οι επιθέσεις αυτές έδειξαν ότι η απειλή δεν περιορίζεται σε αφγανικούς στόχους. Ταυτόχρονα, η απόδοση μιας επίθεσης σε ένα δίκτυο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως συντομογραφία για όσα δεν γνωρίζουμε: η στρατολόγηση, ο σχεδιασμός και η υποστήριξη κάθε επιχείρησης χρειάζονται ξεχωριστή διερεύνηση.
Οι δύο αυτές χώρες συνδέονται με διαφορετικές περιφερειακές ανησυχίες. Για το Ιράν, η ασφάλεια των συνόρων με το Αφγανιστάν και η προστασία σιιτικών πληθυσμών αποκτούν πρόσθετη βαρύτητα. Για τη Ρωσία, η απόδοση μιας επίθεσης στο ISIS-K δημιουργεί ερωτήματα για τη δυνατότητα ενός δικτύου με αφγανική αφετηρία να προσεγγίζει στόχους μακριά από αυτήν. Δεν πρόκειται για απόδειξη ότι οι κυβερνήσεις των δύο χωρών εφαρμόζουν την ίδια πολιτική ή αντιμετωπίζουν την ίδια μορφή κινδύνου. Πρόκειται για ένδειξη ότι η περιφερειακή αστάθεια μπορεί να συνδεθεί με διαφορετικές διεθνείς ευπάθειες.
Αυτή η διασυνοριακή διάσταση αλλάζει και τις ανάγκες των κρατών. Η ανταλλαγή αξιόπιστων πληροφοριών, η συνεργασία μεταξύ αρχών και η διασταύρωση στοιχείων αποκτούν σημασία ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υποψίες για επαφές σε περισσότερες από μία χώρες. Όμως η αντιτρομοκρατική πολιτική δεν μπορεί να εξισώνεται με γενική καχυποψία απέναντι σε μετανάστες ή πρόσφυγες. Μια τέτοια εξίσωση είναι άδικη και αποσπά την προσοχή από τη συγκεκριμένη ανάλυση δικτύων και ενεργειών που απαιτεί η ασφάλεια.
Για τους γείτονες του Αφγανιστάν, το ISIS-K δημιουργεί φόβους για αστάθεια, επιθέσεις και επιδείνωση των ήδη δύσκολων σχέσεων ασφαλείας στην περιοχή. Για κράτη εκτός της περιοχής, ανακύπτει το ερώτημα πώς θα αντιμετωπίσουν μια απειλή που μπορεί να προέρχεται από αφγανικό έδαφος όταν οι Ταλιμπάν ελέγχουν την κυβέρνηση. Η κατάσταση διαφέρει από την περίοδο πριν από το 2021, κατά την οποία η διεθνής στρατιωτική παρουσία είχε πολύ μεγαλύτερη άμεση πρόσβαση στη χώρα.
Εδώ βρίσκεται μια ουσιώδης πολιτική αντίφαση. Οι Ταλιμπάν αντιμάχονται το ISIS-K, όμως οι περιορισμοί που επιβάλλουν στις γυναίκες και στα κορίτσια και οι ευρύτερες παραβιάσεις δικαιωμάτων δεν παύουν να υφίστανται επειδή συγκρούονται με μια άλλη οργάνωση. Από την άλλη, η άρνηση να αναγνωριστεί η απειλή του ISIS-K δεν προστατεύει τα θύματα ούτε συμβάλλει στην περιφερειακή ασφάλεια. Η διάκριση ανάμεσα σε επαφές για πρακτικά θέματα ασφαλείας και σε πολιτική νομιμοποίηση της de facto κυβέρνησης είναι, κατά την άποψή μου, απαραίτητη για μια συνεπή διεθνή στάση.
Καμία πλευρά αυτού του διλήμματος δεν επιλύεται με ένα σύνθημα. Η διεθνής κοινότητα οφείλει να παρακολουθεί τη δράση της οργάνωσης, να προστατεύει αμάχους και να διατηρεί τις απαιτήσεις της για ανθρώπινα δικαιώματα. Τα κράτη της περιοχής μπορούν να συνεργάζονται σε τεκμηριωμένα ζητήματα ασφαλείας, χωρίς να αποδίδουν συλλογική ευθύνη στον αφγανικό πληθυσμό. Τα στοιχεία για μια συγκεκριμένη τρομοκρατική απειλή και η θέση απέναντι στη διακυβέρνηση των Ταλιμπάν πρέπει να εξετάζονται μαζί, αλλά να μην συγχέονται.
Το ISIS-K ξεκίνησε ως περιφερειακό παρακλάδι του ISIS και αναδείχθηκε σε πρόκληση με ευρύτερη διεθνή διάσταση. Η αντίθεσή του προς τους Ταλιμπάν, η στοχοποίηση αμάχων, η δυνατότητα ανασυγκρότησης υπό πίεση και οι επιθέσεις που του έχουν αποδοθεί εκτός Αφγανιστάν εξηγούν γιατί εξακολουθεί να απασχολεί τις αρχές ασφαλείας. Η εξέλιξή του δείχνει επίσης ότι η απώλεια εδαφικού ελέγχου από το ISIS στη Μέση Ανατολή δεν ισοδυναμούσε με εξαφάνιση των περιφερειακών του δικτύων.
Η αντιμετώπιση της απειλής απαιτεί ακριβείς πληροφορίες και διεθνή συνεργασία, αλλά και προσοχή στα όρια των συμπερασμάτων μας. Η ασφάλεια δεν υπηρετείται με υπερβολές, με την εξίσωση του ISIS-K και των Ταλιμπάν ή με την απαξίωση των δικαιωμάτων των αμάχων. Υπηρετείται όταν οι πολιτικές αποφάσεις βασίζονται σε επαληθεύσιμα στοιχεία και αντιμετωπίζουν τη βία χωρίς να προσφέρουν άλλοθι σε νέες μορφές αδικίας.
Πηγές
Υπηρεσία Ερευνών Κογκρέσου των ΗΠΑ, Afghanistan Background and U.S. Policy in Brief, 10 Μαρτίου 2026
Συμβούλιο Ασφαλείας ΟΗΕ, The Islamic State of Iraq and the Levant Khorasan, αφήγηση κυρώσεων
Human Rights Watch, Afghanistan: ISIS Group Targets Religious Minorities, 6 Σεπτεμβρίου 2022
EUAA, Country Guidance: Afghanistan, Individuals of Hazara Ethnicity and Other Shias, Μάιος 2024

