Γράφει ο Μιχαήλ Μαντάλας, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ
Η αποτροπή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλά και πιο παρεξηγημένες έννοιες στις διεθνείς σχέσεις. Δεν περιορίζεται μόνο στη στρατιωτική ισχύ ούτε στην επίδειξη δύναμης. Στην ουσία της, είναι η ικανότητα ενός κράτους να πείθει έναν αντίπαλο ότι το κόστος μιας επιθετικής ενέργειας θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το πιθανό όφελος που θα αποκομίσει. Η πραγματική επιτυχία της αποτροπής δεν φαίνεται όταν ξεσπά ένας πόλεμος, αλλά όταν ο πόλεμος αποτρέπεται πριν ακόμη αρχίσει.
Η αποτροπή είναι πρωτίστως ζήτημα ψυχολογίας, αξιοπιστίας και πολιτικής βούλησης. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, προηγμένα οπλικά συστήματα και οικονομική ισχύ, όμως αν ο αντίπαλος πιστεύει ότι δεν υπάρχει η βούληση χρήσης αυτής της ισχύος, τότε η αποτροπή καταρρέει.
Αντιθέτως, ακόμη και μικρότερα κράτη μπορούν να επιτύχουν αποτελεσματική αποτροπή όταν πείθουν ότι θα αντιδράσουν άμεσα, αποφασιστικά και με υψηλό κόστος για οποιονδήποτε επιχειρήσει να αμφισβητήσει τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.
Το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος που μπορεί να διαπράξει μια χώρα είναι να παρερμηνεύσει την έννοια της αποτροπής.
Ορισμένα κράτη θεωρούν ότι η συνεχής υποχώρηση και η αποφυγή έντασης εξασφαλίζουν σταθερότητα και ειρήνη. Στην πραγματικότητα, όμως, η διαρκής υποχωρητικότητα παράγει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα.
Όταν μια χώρα αποφεύγει να αντιδράσει σε διαρκείς προκλήσεις, μεταδίδει εικόνα αδυναμίας και έλλειψης αποφασιστικότητας.
Στις διεθνείς σχέσεις, οι αντιλήψεις έχουν συχνά μεγαλύτερη σημασία ακόμη και από την ίδια την πραγματική ισχύ.
Η ιστορία αποδεικνύει ότι οι αναθεωρητικές δυνάμεις ενθαρρύνονται όταν αντιλαμβάνονται απέναντί τους έναν αντίπαλο χωρίς σαφείς κόκκινες γραμμές.
Η πολιτική κατευνασμού της δεκαετίας του 1930 απέναντι στη ναζιστική Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κάθε παραχώρηση που πραγματοποιούσαν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν περιόριζε τη γερμανική επιθετικότητα· αντίθετα, ενίσχυε την πεποίθηση ότι μπορούσαν να συνεχιστούν οι επεκτατικές κινήσεις χωρίς ουσιαστικό κόστος. Το αποτέλεσμα ήταν η έκρηξη ενός καταστροφικού παγκοσμίου πολέμου.
Ωστόσο, εξίσου επικίνδυνη είναι και η αντίθετη όψη: η αποτυχημένη επίδειξη ισχύος χωρίς πραγματικό στρατηγικό υπόβαθρο. Όταν μια χώρα εκτοξεύει απειλές που δεν μπορεί ή δεν είναι διατεθειμένη να υλοποιήσει, τότε η αποτροπή μετατρέπεται σε μπλόφα.
Όταν η μπλόφα αποκαλυφθεί, η απώλεια αξιοπιστίας είναι τεράστια. Στις διεθνείς σχέσεις, η αξιοπιστία ενός κράτους λειτουργεί ως στρατηγικό κεφάλαιο. Αν χαθεί, αποκαθίσταται εξαιρετικά δύσκολα.
Ένα χαρακτηριστικό σύγχρονο παράδειγμα αποτελεί η αμερικανική αποχώρηση από το Αφγανιστάν το 2021. Παρά τη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ, οι αντίπαλοί τους αντιλήφθηκαν ότι η πολιτική και κοινωνική αντοχή της Ουάσιγκτον είχε όρια. Η εικόνα της άτακτης αποχώρησης από την Καμπούλ λειτούργησε ως ισχυρό μήνυμα αποδυνάμωσης της αμερικανικής αξιοπιστίας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η αποτροπή δεν βασίζεται μόνο στα όπλα. Βασίζεται στην εθνική συνοχή, στην οικονομική ανθεκτικότητα, στη διπλωματική αξιοπιστία και στη σαφή στρατηγική αντίληψη. Ένα κράτος που εμφανίζεται εσωτερικά διχασμένο, οικονομικά ευάλωτο και πολιτικά ασταθές, μεταδίδει προς τα έξω εικόνα στρατηγικής αδυναμίας. Αντίθετα, κράτη με ξεκάθαρη στρατηγική, θεσμική σταθερότητα και υψηλό εθνικό φρόνημα ενισχύουν σημαντικά την αποτρεπτική τους ισχύ.
Η αποτελεσματική αποτροπή στηρίζεται σε πέντε βασικούς πυλώνες: αξιοπιστία, στρατιωτική και οικονομική ικανότητα, πολιτική βούληση, στρατηγική σαφήνεια και δυνατότητα ελεγχόμενης κλιμάκωσης. Όταν ένας από αυτούς τους παράγοντες καταρρεύσει, τότε αρχίζει σταδιακά να διαβρώνεται και η συνολική αποτρεπτική ισχύς του κράτους.
Ιδιαίτερα για μικρές και μεσαίες δυνάμεις, η αποτροπή αποτελεί ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Τα κράτη αυτά δεν διαθέτουν την πολυτέλεια παρατεταμένων στρατηγικών λαθών. Όταν στέλνουν αντιφατικά μηνύματα προς τους αντιπάλους τους —άλλοτε αποφασιστικότητας και άλλοτε κατευνασμού— δημιουργούν κενό μεταξύ ρητορικής και πραγματικής βούλησης.
Ακριβώς μέσα σε αυτό το κενό αναπτύσσεται η αναθεωρητική επιθετικότητα.
Η άτακτη ήττα ενός κράτους δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Προηγείται πάντοτε μια μακρά περίοδος στρατηγικών αυταπατών, λανθασμένων εκτιμήσεων και σταδιακής απώλειας αξιοπιστίας. Η υποτίμηση του αντιπάλου, η υπερεκτίμηση των συμμάχων, η απουσία ξεκάθαρων κόκκινων γραμμών και η έλλειψη πολιτικής βούλησης αποτελούν διαχρονικά χαρακτηριστικά κρατών που τελικά οδηγούνται σε γεωπολιτική υποχώρηση.
Στις διεθνείς σχέσεις, τα κράτη σπάνια καταρρέουν επειδή είναι αντικειμενικά αδύναμα. Καταρρέουν όταν οι αντίπαλοί τους πεισθούν ότι δεν διαθέτουν πλέον τη βούληση να υπερασπιστούν τα εθνικά τους συμφέροντα.
Από τη στιγμή που χάνεται αυτή η αντίληψη, η αποτροπή παύει να υφίσταται και η γεωπολιτική φθορά μετατρέπεται σταδιακά σε εθνική ταπείνωση και άτακτη ήττα.
