Γράφει ο Πέτρος Δεβρίκης, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ
Στις 28 Φεβρουαρίου του 2026, η κοινή επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν έμελλε να αλλάξει τον ρου της ιστορίας στη Μέση Ανατολή. Από τις αρχές του πολέμου, η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ κυριάρχησαν στον ιρανικό εναέριο χώρο, δολοφονώντας δεκάδες Ιρανούς αξιωματούχους, καταστρέφοντας πάνω από 50 στρατιωτικές βάσεις και περιορίζοντας αισθητά τις εκτοξεύσεις πυραύλων από τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης. Σε απάντηση, το Ιράν επιτέθηκε σε αμερικανικές βάσεις και ενεργειακές υποδομές στις χώρες του Περσικού Κόλπου, δοκιμάζοντας τις αεράμυνες των γειτονικών βασιλείων και προκαλώντας διάφορα πλήγματα.
Σχεδόν τέσσερις μήνες αργότερα, η κατάσταση έχει μεταβληθεί ραγδαία. Το Ιράν ανακοίνωσε ήδη από τον περασμένο Μάρτιο το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, οι τιμές του πετρελαίου βρίσκονται υψηλότερα σε σχέση με τον Φεβρουάριο και οι πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να απειλούν την παγκόσμια οικονομία. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με δριμεία κριτική για έναν πόλεμο, τον οποίο ξεκίνησε χωρίς καμία έγνοια για τις περιφερειακές συνέπειες, χωρίς σχέδιο για την επόμενη ημέρα, και κυρίως, αδιαφορώντας για τις σφαγές αμάχων, ζήτημα για το οποίο επέκρινε το θεοκρατικό καθεστώς στις περίφημες αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις το Γενάρη. Αναπόφευκτη συνέπεια της επίθεσης ήταν να δοκιμαστεί και η διαχρονική στήριξη των ΗΠΑ στο Ισραήλ, η οποία αποτελεί πλέον θέμα ταμπού στο εσωτερικό και έχει καταδικαστεί από ξένες κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Διεθνή Αμνηστία.
Αποτελεί η τρέχουσα κατάσταση πανηγυρική νίκη για το Ιράν; Προφανώς όχι, διότι η Τεχεράνη έχει απωλέσει πληθώρα κυβερνητικών και στρατιωτικών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων ο ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενέι, ο πρώην διοικητής των Φρουρών της Επανάστασης Μοχάμαντ Πακπούρ και ο γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας Αλί Λαριτζανί. Ομοίως, περιορίστηκαν οι εκτοξεύσεις βαλλιστικών πυραύλων κατά 90% τις πρώτες εβδομάδες, αν και τα ιρανικά χτυπήματα έγιναν στην πορεία πιο εξειδικευμένα και ακριβή, ενώ επιβλήθηκε και ναυτικό εμπάργκο, το οποίο στέρησε από το καθεστώς πολύτιμα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαιοειδών. Ωστόσο, το θεοκρατικό σύστημα παρέμεινε θεσμικά αλώβητο, καθώς δεν υπήρξε ούτε γενικευμένη λαϊκή εξέγερση, όπως ήλπιζε να υποθάλψει το Ισραήλ, ούτε καταστράφηκε το ιρανικό πυρηνικό οικοσύστημα, γεγονός που αποτελούσε θεμελιώδη στόχο του Τελ Αβίβ. Ταυτόχρονα, η Τεχεράνη διατήρησε τους περισσότερους βαλλιστικούς πυραύλους της, σύμφωνα με έρευνα του Reuters, ενώ επέβαλε τον έλεγχο της στα Στενά του Ορμούζ, εγκλωβίζοντας χιλιάδες τάνκερ στον Περσικό Κόλπο και προκαλώντας νέες ανατιμήσεις στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Σε αυτό το σημείο, επιβάλλεται να τεθεί το ζήτημα των διαπραγματεύσεων, καθώς και οι προσδοκίες των αντιμαχόμενων πλευρών από τις σχετικές διαβουλεύσεις. Αφενός, είναι δύσκολη η οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κρατών όταν οι σχέσεις τους είναι δυσμενείς εδώ και δεκαετίες. Μετά την Ισλαμική Επανάσταση το 1979, το Ιράν απαγκιστρώθηκε από την αμερικανική σφαίρα επιρροής, στην οποία βρισκόταν από τις αρχές του Ψυχρού Πολέμου επί του αυταρχικού καθεστώτος του Σάχη. Χαρακτηριστικό δείγμα της αλλαγής στάσης είναι η αναφορά του ηγέτη της ισλαμικής εξέγερσης, Ρουχολλάχ Χομεϊνί στην Ουάσιγκτον ως τον «Μεγάλο Σατανά» σε σχετική ομιλία του. Ωστόσο, η ληξιαρχική πράξη των ιρανοαμερικανικών σχέσεων ήταν η ομηρία 66 Αμερικανών πολιτών και διπλωματών στην πρεσβεία της των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τεχεράνη από ισλαμιστές φοιτητές, 52 εκ των οποίων έμειναν εγκλωβισμένοι για 444 ημέρες και απελευθερώθηκαν με το Σύμφωνο του Αλγερίου το 1981. Ως αποτέλεσμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν το Ιράκ στον πόλεμο με την Τεχεράνη τη δεκαετία του 80’ και επέβαλαν οικονομικές κυρώσεις στο Ιράν, με τις επιπτώσεις τους στην εγχώρια οικονομία να είναι ευδιάκριτες και σήμερα.
Αφετέρου, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως όποια πρόοδος σημειώθηκε για τη βελτίωση των ιρανοαμερικανικών σχέσεων προήλθε κυρίως επί διακυβέρνησης των εκσυγχρονιστών. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν το 2015 (JCPOA), για την οποία οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2013 μεταξύ του Ιρανού εκσυγχρονιστή προέδρου Χασάν Ρουχανί και του Αμερικάνου Δημοκρατικού εταίρου του Μπαράκ Ομπάμα. Το σχέδιο έθεσε περιορισμούς στην παραγωγή εμπλουτισμένου ουρανίου από το Ιράν σε αντάλλαγμα για την κατάργηση κυρώσεων κατά της Τεχεράνης και την πρόσβαση στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Παρότι το JCPOA έγινε αποδεκτό από μεγάλο τμήμα της ιρανικής και διεθνούς κοινότητας, αντέδρασαν έντονα το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία, χαρακτηρίζοντας το επικίνδυνο για όλη την περιοχή. Με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στον προεδρικό θώκο το 2016, η πίεση των δύο περιφερειακών δυνάμεων βρήκε αντίκρυσμα, καθώς η συμφωνία καταργήθηκε και επαναφέρθηκε η πολιτική της «μέγιστης πίεσης» στο Ιράν, την οποία διατήρησε σε μεγάλο βαθμό και ο Δημοκρατικός διάδοχος Τζο Μπάιντεν.
Ιδιαίτερη ανάλυση αξίζει, καταληκτικά, στον ρόλο του Τελ Αβίβ στην τρέχουσα σύγκρουση. Μετά την ανατροπή του δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ το 2003, το Ιράν έγινε ο κύριος αντίπαλος του Ισραήλ χάρη στο δίκτυο που είχε δημιουργήσει για την υποστήριξη του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία και της παραστρατιωτικής οργάνωσης της Χεζμπολλάχ στο Λίβανο, δύο γειτονικά κράτη. Επομένως, οι εκάστοτε ισραηλινές κυβερνήσεις έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στη δημόσια διπλωματία (hasbara) και στις ομάδες πίεσης προκειμένου να αποθαρρύνουν τις Ηνωμένες Πολιτείες από κάθε συμβιβασμό με την Τεχεράνη. Ο ρόλος του hasbara διευρύνθηκε με το ξέσπασμα του νέου πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας τον Οκτώβριο του 2023, όμως οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην εξίσωση της κριτικής απέναντι στην κυβέρνηση Νετανιάχου με τον αντισημιτισμό, αποσιωπώντας παράλληλα τους βομβαρδισμούς αμάχων στην Παλαιστίνη, το Λίβανο και το Ιράν. Συνεπώς, δεν είναι τυχαία η υψηλή αποδοχή του πολέμου στην Τεχεράνη από την ισραηλινή κοινή γνώμη, όπως αντικατοπτρίζεται σε έρευνα του Israeli Democracy Institute τον Απρίλιο, καθώς και η επακόλουθη δυσαρέσκεια για την εκεχειρία της Ουάσιγκτον με το θεοκρατικό καθεστώς τον ίδιο μήνα.
Συμπερασματικά, είναι πολύ δύσκολο να προβλέψει κανείς το κατά πόσο θα οδηγηθούμε στην υπογραφή μίας τελικής ειρηνευτικής συμφωνίας ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν μέσα από τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται στην Λουκέρνη της Ελβετίας και οι οποίες προβλέπονται να συνεχίσουν για δύο μήνες. Σε κάθε περίπτωση πάντως, πρόκειται για μια στρατηγική αποτυχία για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συνέπραξαν μαζί με το Ισραήλ σε έναν πόλεμο χωρίς σχέδιο για την επόμενη ημέρα, απώλεσαν πολύτιμο απόθεμα των αναχαιτιστικών πυραυλικών συστημάτων τους και πλέον βρίσκονται να συζητούν για την επίτευξη μίας συμφωνίας με το Ιράν η οποία θα είναι μάλλον χειρότερη για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ σε σχέση με εκείνη του 2015.
Βιβλιογραφία:
https://www.amnestyusa.org/countries/israel-and-occupied-palestinian-territory/
https://www.bbc.com/news/articles/c5yj9kr31y7o
https://content.iranintl.com/senior-iranian-officials-commanders-killed/index.html
https://www.csis.org/analysis/rebuilding-us-missile-inventory-multiyear-project
https://doi.org/10.1080/01436597.2026.2619061
https://doi.org/10.13169/polipers.12.2.0029
https://edition.cnn.com/2026/05/31/us/iran-tunnels-reopened-us-strategy-bombing-invs
https://en.idi.org.il/articles/63920
https://history.state.gov/departmenthistory/short-history/iraniancrises
https://www.inss.org.il/publication/biden-and-the-jcpoa-2/
https://www.inss.org.il/publication/nuclear-iran-2026/
https://irandataportal.syr.edu/speech-on-american-conspiracies/
https://militaryspend.org/iran-war-timeline
https://responsiblestatecraft.org/israel-lobby-us/
https://www.rferl.org/a/iran-ballistic-missiles-us-israel/33721304.html
https://www.theguardian.com/law/2026/mar/02/legality-us-israel-attacks-iran-uk
https://www.theguardian.com/world/2026/mar/03/global-south-condemns-us-israeli-war-with-iran
https://thesoufancenter.org/intelbrief-2026-april-6/

