Γράφει η Βικτωρία Παπαδοπούλου, Αναλύτρια ΚΕΔΙΣΑ
Αυτή την περίοδο εξελίσσεται ένα πανευρωπαϊκό κύμα κοινωνικών αναταραχών, σε φάσμα που περιλαμβάνει μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις για την κατάσταση στην παιδεία μέχρι και σε μαζικές διαμαρτυρίες ενάντια στην ακρίβεια, το κόστος διαβίωσης και τη στεγαστική κρίση. Στις 17 Οκτωβρίου 2026, το Παρίσι βρέθηκε στο επίκεντρο εκτεταμένων επεισοδίων, με βανδαλισμούς λεηλασίες καταστημάτων και συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών στο πλαίσιο κινητοποιήσεων κατά της ακρίβειας και της υποβάθμισης των δημόσιων υπηρεσιών. Ωστόσο οι διαδηλώσεις αυτές δεν αφορούσαν μόνο την πρωτεύουσα. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους σε πολλές γαλλικές πόλεις, με σοβαρά επεισόδια, λεηλασίες να καταγράφονται στη Μασσαλία, τη Λυών, το Στρασβούργο, τη Ρεν και τη Λιμόζ(Danielle Haynes, Jill Keppeler, 2026).
Τα γεγονότα αυτά συνεχίστηκαν και τις επόμενες μέρες, αναδεικνύοντας την ένταση των οικονομικών και κυρίως κοινωνικών πιέσεων που αντιμετωπίζει η γαλλική κοινωνία. Λίγες βδομάδες πριν και συγκεκριμένα στις 3 Οκτωβρίου 2026, σημειώθηκαν μαζικές διαδηλώσεις και σε περίπου 50 πόλεις της Ισπανίας, με αίτημα την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης(euronews,2026). Δύο μέρες μετά, στις 5 Οκτωβρίου, διαδήλωση στη Βαρκελώνη με αφορμή τη στεγαστική κρίση και τις τιμές των ενοικίων κατέληξε σε συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις, τραυματίες και φλεγόμενους κάδους καθιστώντας εμφανή την αυξανόμενη κοινωνική ένταση γύρω από το ζήτημα της προσιτής κατοικίας(Juan Carlos de Santos, Christina Thykjaer,2026). Αντίστοιχη κατάσταση σημειώθηκε και στη γειτονική Πορτογαλία, όπου εκατοντάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν στις 17 Οκτωβρίου στο κέντρο της Λισαβόνας. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, οι τιμές των κατοικιών στην Πορτογαλία αυξήθηκαν κατά 124% μεταξύ 2015 και 2024, με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης(insider, 2026).
Παρόμοιες εξεγέρσεις και κινητοποιήσεις, με κύρια χαρακτηριστικά την οργή της νεολαίας και τα αιτήματα για την οικονομία, λαμβάνουν χώρα σε αρκετές χώρες, όπως στην Ιταλία και ειδικότερα στο Μιλάνο, το Τορίνο, την Μπολόνια και στη Ρώμη, με συγκρούσεις με την αστυνομία οι οποίες οδήγησαν και σε πενήντα προσαγωγές νεαρών διαδηλωτών ενώ υπήρξαν και τραυματίες (CNN Greece,2026). Παράλληλα, στη γειτονική μας χώρα, την Αλβανία, μαθητές λυκείου και φοιτητές έχουν προχωρήσει σε εμπρησμούς έξω από κυβερνητικά κτίρια των Τιράνων, όπως το Υπουργείο Παιδείας (Nick Thorpe, 2026). Καθημερινά εξελίσσονται επεισόδια με χρήση δακρυγόνων, ρίψεις νερού και πλαστικών σφαιρών από την αστυνομία.
Κοινός παρονομαστής των κινητοποιήσεων και αυτό άλλωστε που τις συνδέει, παρά τις τοπικές διαφορές, είναι η οργή των διάφορων κοινωνικών ομάδων για την υποχρηματοδότηση της δημόσιας παιδείας όπως οι κακοσυντηρημένες και απαρχαιωμένες σχολικές εγκαταστάσεις, υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών γενικότερα με τις ελλείψεις εργαζομένων, την αυξανόμενη ακρίβεια στα καύσιμα, στα ενοίκια, τη στεγαστική κρίση και ευρύτερα στο κόστος διαβίωσης. Κατά συνέπεια, ζητούν αναβάθμιση των εκπαιδευτικών μονάδων στο σύνολο τους, τερματισμό των εξώσεων σε συνάρτηση με τη προσιτή στέγαση και την απαγόρευση της αγοράς ακινήτων από επενδυτικά κεφάλαια, ενίσχυση μισθών και πτώση τιμών, καλύτερη δημόσια υγειονομική περίθαλψη και σαφώς προσφορά θέσεων εργασίας.
Από την άλλη πλευρά, η συζήτηση γύρω από το πραγματικό κίνητρο των μαζικών κινητοποιήσεων στην Ευρώπη αναδεικνύει μια βαθιά αμφισβήτηση για το αν πρόκειται για μια γνήσια, αυθόρμητη αντίδραση των πολιτών απέναντι στην οικονομική εξαθλίωση ή για μια πολιτικά κατευθυνόμενη προσπάθεια αποσταθεροποίησης και αντιδυτικής πολιτικής. Η κοινωνική βάση των διαδηλώσεων σαφώς εδράζεται σε αδιαμφισβήτητα προβλήματα, όπως η φτώχεια, η στεγαστική κρίση και ο πληθωρισμός, γεγονός που προσδίδει στο κίνημα μια αρχική ηθική νομιμοποίηση. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί η άμεση εμπλοκή ριζοσπαστικών και ακροαριστερών πολιτικών ομάδων, η εμφάνιση ακραίων αντιδυτικών συνθημάτων και τα όλο και διαρκώς αυξανόμενα επεισόδια βίας εις βάρος απλών πολιτών, όπως για παράδειγμα ο άνευ λόγου βανδαλισμός καταστημάτων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων που και εκείνες άλλωστε μαστίζονται από την ακρίβεια. Συνεπώς, εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα πως ο πυρήνας των κινητοποιήσεων έχει εργαλειοποιηθεί και διαβρωθεί ιδεολογικά.
Η σύνδεση των κινητοποιήσεων με το γεγονός ότι πολλές ευρωπαϊκές πόλεις βρίσκονται σε έναν εκλογικό «υπερκύκλο», εντείνει ακόμα περισσότερο την αμφισβήτηση γύρω από την «αγνότητα» των προθέσεων των διαδηλωτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αμφιβολίας, αποτελεί η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT), μία από τις μεγαλύτερες συνδικαλιστικές οργανώσεις της Γαλλίας, η οποία τάχθηκε στο πλευρό των διαδηλωτών. Οι κινητοποιήσεις αυτές λαμβάνουν χώρα καθώς ο Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν πλησιάζει στο τέλος της δεύτερης θητείας του. Παράλληλα, στην Ισπανία, η προσπάθεια του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ να περάσει έκτακτη νομοθεσία για τη στέγαση, με στόχο την προστασία των ενοικιαστών, καταψηφίστηκε στο Κογκρέσο, οδηγώντας τον στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών για τις 29 Νοεμβρίου, με σκοπό την επίτευξη «ευρύτερης προοδευτικής πλειοψηφίας» για την προώθηση μεταρρυθμίσεων. Στη Σερβία, οι φοιτητές που πρωτοστατούν εδώ και σχεδόν δύο χρόνια στις διαδηλώσεις κατά της διαφθοράς πέτυχαν μεγάλη νίκη κατά του Βούτσιτς στις βουλευτικές εκλογές της 25ης Οκτωβρίου. Επομένως, γίνεται αντιληπτό πως διαδηλώσεις που ξεκίνησαν ειρηνικά από μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις, πλέον υποστηρίζονται από ακροαριστερούς ακτιβιστές και αναρχικούς, οδηγώντας σε ακραία βία, όπως έγινε στο Μιλάνο όπου μια διαδήλωση αν και ξεκίνησε ειρηνικά, κατέληξε σε επεισόδια με κουκουλοφόρους να επιτίθενται στις αστυνομικές δυνάμεις και να πυρπολούν οδοφράγματα(in.gr ,2026).
Αυτή η αναταραχή εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες πλησιάζουν σε κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις, ενώ η Ακροδεξιά ενισχύεται σε αρκετές χώρες. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι κυβερνήσεις κατηγορούν την αντιπολίτευση, κυρίως τη ριζοσπαστική αριστερά, ότι εργαλειοποιεί πολιτικά τη δικαιολογημένη αγανάκτηση των πολιτών για να αποκομίσει ψηφοθηρικά οφέλη και να προκαλέσει κυβερνητική αστάθεια. Μετά τις λεηλασίες που σημειώθηκαν σε μεγάλες πόλεις όπως το Παρίσι, η Μασσαλία, η Λυών και το Μπορντό και αφού εκατοντάδες άνθρωποι τραυματίστηκαν στις συγκρούσεις διαδηλωτών με την αστυνομία, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν καταδίκασε τη βία, κατηγορώντας ακροαριστερούς ακτιβιστές ότι επιδιώκουν να προκαλέσουν χάος(Sylvie Corbet, Alexander Turnbull, 2026). Μέσα σε αυτό το κλίμα ταραχών και πολιτικής πόλωσης, το «αδιάφθορο» των διαδηλώσεων θολώνει εντελώς διότι τα πραγματικά βιοτικά προβλήματα των πολιτών, όπως η ακρίβεια και η στεγαστική κρίση, κινδυνεύουν να γίνουν απλώς το πρόσχημα για τη στρατηγική επικράτηση των κομμάτων, επιβεβαιώνοντας ότι όσο πλησιάζει η κάλπη, η κοινωνική διαμαρτυρία υποτάσσεται αναπόφευκτα στην πολιτική σκοπιμότητα.
Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, προστίθεται η συνεχής προβολή της παλαιστινιακής σημαίας σε διαδηλώσεις, οι οποίες δεν αφορούν τους παλαιστίνιους αλλά τα προβλήματα των Ευρωπαίων πολιτών. Για τη πλειοψηφία της διεθνούς Αριστεράς, των φοιτητικών κινημάτων και των ακτιβιστών, η παλαιστινιακή σημαία έχει μετατραπεί σε ένα διεθνές σύμβολο αντίστασης απέναντι σε αυτό που οι διαδηλωτές αντιλαμβάνονται ως κρατική καταπίεση, ιμπεριαλισμό, αποικιοκρατία ή αδικία. Συνεπώς, το σύμβολο αυτό πλέον δεν υποδηλώνει μόνο το ενδιαφέρον για την ίδια την Παλαιστίνη, αλλά και την αντιδυτική πολιτική και τον αντικαπιταλισμό. Άλλωστε, αν ο σκοπός ήταν η ουσιαστική παροχή βοήθειας στους Παλαιστινίους, θα ήταν πιο ωφέλιμο οι ενέργειες να επικεντρώνονται σε πρακτικές πρωτοβουλίες, όπως η άμεση οικονομική στήριξη ανθρωπιστικών ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στην Παλαιστίνη και όχι στην ανύψωση μιας σημαίας στο πλαίσιο διαδηλώσεων για ζητήματα που αφορούν την Ευρώπη.
Επομένως, υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο χάσμα ανάμεσα στα κίνητρα των διαδηλωτών που επιθυμούν πραγματικά να επιλυθούν τα προβλήματα βιοπορισμού και στα κίνητρα των διαδηλωτών που αποσκοπούν στην επικράτηση της αναρχίας. Υπάρχει μια βαθιά πολιτική υποκρισία ανάμεσα στα συνθήματα για «ειρήνη και δικαιοσύνη» και στις πράξεις βίας ή καταστροφής περιουσίας στις ευρωπαϊκές πόλεις. Οι καταστροφές σε δημόσια κτίρια, οι βανδαλισμοί σε πανεπιστήμια ή καταστήματα στην Ευρώπη δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα στους αμάχους στη Γάζα, ούτε βοηθούν τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες που πλήττονται από την οικονομική ανέχεια. Κατά συνέπεια, το πραγματικό κίνητρο ορισμένων ριζοσπαστικών ομάδων είναι η γενικότερη σύγκρουση με την αστυνομία και το κράτος αλλά και η πολιτική επιβίωση και ενίσχυση της ίδιας της Ακροαριστεράς.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Άρθρα
- Nick Thorpe (2026). Anti-government protesters battle with police in Albania. BBC.
- Simon Ormiston(2026). Η Ισπανία αντιμέτωπη με διαδηλώσεις για το στεγαστικό σε 50 πόλεις μετά το «όχι» της Βουλής.
- Juan Carlos de Santos, Christina Thykjaer(2026). Η Βαρκελώνη φλέγεται μετά την πορεία για τη στέγαση: Καμένοι κάδοι, 13 συλλήψεις, 30 αστυνομικοί τραυματίες .
- Sylvie Corbet and Alexander Turnbull(2026). Macron condemns rioting during nationwide day of protests. The Associated Press.
Ιστοσελίδες
- CNN Greece(2026). Διαδηλώσεις στην Ιταλία: Επεισόδια σε Μιλάνο, Μπολόνια και Τορίνο – Τραυματίες και στη Ρώμη. Διαθέσιμο στο:
https://www.cnn.gr/kosmos/story/557469/diadiloseis-stin-italia-epeisodia-se-milano-bolonia-kai-torino-travmaties-kai-sti-romi
- Ιnsider(2026).Γιατί η Ευρώπη βρίσκεται στους δρόμους. Διαθέσιμο στο:
https://www.insider.gr/eidiseis/429258/giati-i-eyropi-brisketai-stoys-dromoys
- In(2026). Η ιταλική αστυνομία συγκρούεται με διαδηλωτές στο κέντρο του Μιλάνου. Διαθέσιμο στο: https://www.in.gr/2026/10/17/world/i-italiki-astynomia-sygkrouetai-me-diadilotes-sto-kentro-tou-milanou/amp/

