Γράφει ο Δρ. Παναγιώτης Σφαέλος, Αντιπρόεδρος Δ.Σ. & Δ/ντης Ερευνών ΚΕΔΙΣΑ
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου, και ιδιαίτερα το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχουν εκτοξεύσει τις τιμές της ενέργειας και απειλούν την παγκόσμια οικονομία με ένα νέο κραχ. Οι τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου έχουν αυξηθεί κατακόρυφα ενώ η ενεργειακή επάρκεια κινδυνεύει. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας προκαλούν ντόμινο ανατιμήσεων των αγαθών και αυξάνουν τον πληθωρισμό. H διατάραξη των θαλασσίων ροών καυσίμων από τα Στενά του Ορμούζ έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον μόνιμης αβεβαιότητας για όλες τις χώρες. Οι θαλάσσιες ροές έχουν μειωθεί κατά περισσότερο από 60% σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την κρίση. Αυτό έχει αναγκάσει τους μεγάλους παραγωγούς πετρελαίου, συμπεριλαμβανομένων των κρατών του ΟΠΕΚ του Κόλπου, να μειώσουν ή να αναστείλουν την παραγωγή λόγω υλικοτεχνικών περιορισμών. Μάλιστα, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας περιέγραψε την κατάσταση ως τη «μεγαλύτερη παγκόσμια πρόκληση ενεργειακής ασφάλειας στην ιστορία», αντανακλώντας τόσο την κλίμακα όσο και την ταυτόχρονη εμφάνιση των διαταραχών εφοδιασμού στις αγορές πετρελαίου και LNG. Το Ιράν χρησιμοποιεί τα Στενά του Ορμούζ για να δημιουργήσει οικονομική ασφυξία στη Δύση.
Οι παγκόσμιες τιμές πετρελαίου αυξήθηκαν δραματικά, με την τιμή του αργού πετρελαίου Brent να αυξάνεται από περίπου 64 δολάρια το βαρέλι στις αρχές Φεβρουαρίου 2026 σε πάνω από 100 δολάρια σήμερα, αντανακλώντας τόσο τις φυσικές ελλείψεις ενέργειας όσο και τα ασφάλιστρα κινδύνου που ενσωματώνονται στις παγκόσμιες αγορές. Οι ναυτιλιακές εταιρείες αποφεύγουν όλο και περισσότερο τα Στενά του Ορμούζ λόγω των στρατιωτικών απειλών και του ναυτικού αποκλεισμού. Οι εταιρείες ενέργειας κατέγραψαν σημαντικά κέρδη λόγω των αυξημένων τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ οι τομείς των μεταφορών, της αεροπορίας και της μεταποίησης υπέστησαν ζημίες. Μάλιστα, λέγεται ότι οι αεροπορικές εταιρείες θα μειώσουν δρομολόγια για να ανταπεξέλθουν στις νέες τιμές των καυσίμων.
Στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, οι τιμές των καυσίμων έχουν αυξηθεί δραματικά με ορισμένες εκτιμήσεις να υποδηλώνουν δισεκατομμύρια σε επιπλέον κόστος για τους καταναλωτές από την έναρξη της σύγκρουσης. Η καθημερινότητα των πολιτών επηρεάστηκε καθώς το κόστος ζωής αυξήθηκε σημαντικά. Η Ευρώπη ιδιαίτερα έχει μεγάλο ενεργειακό πρόβλημα καθώς έχει μειώσει τις εισαγωγές φυσικού αερίου από την Ρωσία από το 2022 λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και αναγκάζεται να εισάγει πανάκριβο LNG από τις ΗΠΑ. Μάλιστα, οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν προβλήματα λόγω της ενεργειακής ακρίβειας. Η Γερμανία εισήγαγε πολύ φθηνό ρωσικό αέριο πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία. Επίσης, λόγω της απομόνωσης της Μόσχας από τις Δυτικές αγορές, η Κίνα έχει πλέον καταστεί ο κορυφαίος αγοραστής ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μάλιστα, οι κινεζικές εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου σημείωσαν αύξηση 35% κατά το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Για το Πεκίνο, η Ρωσία αντιπροσωπεύει την απόλυτη χερσαία ενεργειακή ασφάλεια, καθώς οι προμήθειες μεταφέρονται μέσω αγωγών που είναι εντελώς απρόσβλητοι από τυχόν ναυτικούς αποκλεισμούς ή περιφερειακές συγκρούσεις.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκές αρχές, οι τιμές ενέργειας προβλέπεται να συνεχίσουν να βαίνουν ανοδικές τουλάχιστον ως το 2027, ακόμη και αν η σύγκρουση αποκλιμακωθεί άμεσα, λόγω των διαρθρωτικών προσαρμογών της αγοράς και της καθυστερημένης ομαλοποίησης της προσφοράς. Η απότομη αύξηση των τιμών στην ενέργεια εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις, με αποτέλεσμα ο μέσος πληθωρισμός να εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στο 3,7% το 2026. Το 2027, ο πληθωρισμός προβλέπεται να μειωθεί στο 2,4%, όμως ο πληθωρισμός εξαιρουμένων της ενέργειας και των τροφίμων αναμένεται να παραμείνει υψηλός, καθώς το ενεργειακό σοκ μετακυλίεται και σε μη ενεργειακά αγαθά και υπηρεσίες. Συνεπώς, η αποκλιμάκωση της ενεργειακής κρίσης θα είναι μακρά με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Σε γεωοικονομικό επίπεδο, η κρίση επιτάχυνε την εμφάνιση ενός πιο ανταγωνιστικού διεθνούς οικονομικού συστήματος. Τα κράτη που παράγουν ενέργεια απέκτησαν ανανεωμένη στρατηγική ισχύ, ενώ οι χώρες που εισάγουν ενέργεια αναζήτησαν διαφοροποίηση μέσω εναλλακτικών προμηθευτών και διαδρομών. Οι παραγωγοί του Κόλπου προσπάθησαν να παρακάμψουν το Ορμούζ μέσω αγωγών και εναλλακτικών υποδομών εξαγωγής, αλλά οι διαθέσιμες δυνατότητες αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για να αντισταθμίσουν πλήρως τις θαλάσσιες διαταραχές.
Η κρίση ενέτεινε περαιτέρω τις παγκόσμιες συζητήσεις σχετικά με την ενεργειακή μετάβαση σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα καταδεικνύει την αναγκαιότητα επιτάχυνσης των επενδύσεων σε τεχνολογίες ΑΠΕ και αποθήκευση ενέργειας σε ειδικούς σταθμούς. Είναι αλήθεια βέβαια ότι οι ΑΠΕ αντιμετωπίζουν διαρθρωτικούς περιορισμούς, όπως αστάθεια δικτύου, περιορισμούς αποθήκευσης και εξάρτηση από κρίσιμα ορυκτά που είναι ευάλωτα στον γεωπολιτικό ανταγωνισμό. Κατά συνέπεια, πολλές κυβερνήσεις υιοθέτησαν πιο ρεαλιστικές προσεγγίσεις που δίνουν έμφαση στον «ενεργειακό ρεαλισμό», συνδυάζοντας τις ΑΠΕ με φυσικό αέριο, πυρηνική ενέργεια και στρατηγικά αποθέματα. Το φυσικό αέριο είναι μια μεταβατική πηγή ενέργειας πριν την πλήρη απεξάρτηση από τον άνθρακα.
Μια άλλη σημαντική διάσταση της ενεργειακής κρίσης αφορά τον μεταβαλλόμενο ρόλο των στρατηγικών αποθεμάτων και την ανθεκτικότητα του εφοδιασμού. Η παγκοσμιοποίηση και τα συστήματα εφοδιασμού δημιουργούν ευπάθειες κατά τη διάρκεια γεωπολιτικών κρίσεων. Αρκετά κράτη αύξησαν τα αποθέματα πετρελαίου, επένδυσαν σε τερματικούς σταθμούς LNG, διαφοροποίησαν τους προμηθευτές και ενίσχυσαν τις εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες. Ταυτόχρονα, η ενεργειακή κρίση επιτάχυνε τις τάσεις περιφερειοποίησης στην ενεργειακή πολιτική, με τα κράτη να δίνουν προτεραιότητα στην ανθεκτικότητα και την ασφάλεια έναντι της καθαρής αποδοτικότητας της αγοράς.
Η ανάγκη για νέες πηγές ενέργειας για την Ευρώπη είναι μεγάλη και θα πρέπει να γίνει εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου καθώς και να ξεκινήσει μία συζήτηση για την αποκατάσταση των ενεργειακών σχέσεων ΕΕ-Ρωσίας μετά το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία. Η ενεργειακή ασφάλεια και αυτονομία της Ευρώπης θα είναι στο επίκεντρο των εξελίξεων τα επόμενα χρόνια. Η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ για την εξόρυξη και μεταφορά φυσικού αερίου αποτελεί Ευρωπαϊκή προτεραιότητα για την μεγαλύτερη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας.. Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από το αμερικανικό LNG δημιουργεί μεγάλες αυξήσεις τιμών και είναι ασύμφορη και η αλήθεια είναι ότι η Ευρώπη από την μεγάλη ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία πριν από το 2022 να έχει φτάσει στο σημείο να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ ειδικά μετά την διακοπή εξαγωγών LNG από το Κατάρ λόγω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ. Η ύπαρξη ενεργειακών πόρων στο Ανατολικό Αιγαίο και στο Ιόνιο Πέλαγος είναι πολύ σημαντική και πρέπει να προχωρήσει με την συνδρομή των αμερικανικών εταιριών που βρίσκονται ήδη στην περιοχή. Επίσης, ο αγωγός East Med θα παίξει σημαντικό ρόλο ιδιαίτερα για την Ελλάδα που εξαρτάται από τον αγωγό TAP με Αζέρικο αέριο που όμως περνά από την Τουρκία.
Συνοψίζοντας, η παγκόσμια ενεργειακή κρίση αντιπροσωπεύει πολύ περισσότερα από μια προσωρινή διαταραχή της αγοράς. Αντανακλά τη δομική αστάθεια του διεθνούς ενεργειακού συστήματος σε γεωπολιτικές συγκρούσεις, ναυτιλιακά σημεία συμφόρησης και στρατηγική αντιπαλότητα. Η κρίση έχει αναζωπυρώσει τις συζητήσεις για την ενεργειακή μετάβαση σε ΑΠΕ και ηλεκτροκίνηση και την ανθεκτικότητα των κρατών. Έχει επίσης καταδείξει ότι παρά τις τεχνολογικές προόδους και την επέκταση των ΑΠΕ, οι υδρογονάνθρακες παραμένουν ακόμα βαθιά ενσωματωμένοι στη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας. Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να υπάρξει τερματισμός των εχθροπραξιών αν και μια ειρήνη μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ίσως υποσκάπτεται από το Ισραήλ που θέλει την ολοκληρωτική εξάλειψη του κινδύνου του Ιράν. Ωστόσο, οι διπλωματικές προσπάθειες εντάθηκαν για την σύναψη συμφωνιών κατάπαυσης του πυρός και την επαναλειτουργία του Στενών του Ορμούζ. Βέβαια, ακόμη και αν ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ, η θαλάσσια κυκλοφορία, η μακροπρόθεσμη εμπιστοσύνη της αγοράς και η ομαλοποίηση της προσφοράς θα μπορούσαν να χρειαστούν χρόνια για να ανακάμψουν πλήρως. Η ενεργειακή κρίση θα δημιουργήσει μια ευρύτερη οικονομική αστάθεια και πρέπει οι εθνικές οικονομίες των κρατών να λάβουν μέτρα άμβλυνσης των συνεπειών της ενεργειακής κρίσης για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να επιβιώσουν.

