chrisa-Palieraki

Οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις και ο ρόλος του ΝΑΤΟ

Posted on Posted in Αναλύσεις, Βαλκάνια & Ανατ.Μεσόγειος, ΕΕ & ΝΑΤΟ, Ελληνική Εξωτερική Πολιτική

Γράφει η Χρύσα Παλιεράκη, Αναλύτρια ΚΕΔΙΣΑ

 

 

 

 

Σε μια διαφορετική τροχιά μπήκαν οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας μετά την επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην χώρα μας στις 7 Δεκεμβρίου 2023.  Καμία  σχέση δεν είχε η επίσκεψη αυτή με εκείνη που είχε γίνει έξι χρόνια πριν, το 2017, η οποία έχει στιγματιστεί από διπλωματικό επεισόδιο. Η επιθετικότητα και οι απειλές παραχώρησαν την θέση τους σε ένα ευρύτερο πλαίσιο θετικής ατμόσφαιρας κατά την διάρκεια της συνάντηση τους, η οποία διήρκησε παραπάνω του προγραμματισμένου.

Την ανάγκη σταδιακής μετάβασης προς ένα επόμενο στάδιο, όπου οι διμερείς διαφορές θα συζητηθούν χωρίς την απειλή κατάρρευσης των διακρατικών σχέσεων ανέφεραν και οι δύο πρόεδροι στις δηλώσεις τους. Η δέσμευση τους για «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο και η υπογραφή του  Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν της Διακήρυξης της Αθήνας για τις φιλικές σχέσεις και την καλή γειτονία αδιαμφισβήτητα αποτελεί σημαντικό επίτευγμα για τη κυβέρνηση. Πολλοί βέβαια πιστεύουν ότι στην πράξη δεν έχει αλλάξει κάτι. Καμία από τις δύο πλευρές δεν μετακινήθηκε από τις θέσεις της και περιορίστηκαν στην λεγόμενη θετική ατζέντα με τα μικρότερα θέματα, για τα οποία μπορούν να συμφωνούν. Η επόμενη συνάντηση Μητσοτάκη και Ερντογάν έχει ήδη συμφωνηθεί.  Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επισκεφθεί την Άγκυρα την άνοιξη του 2024, κατόπιν πρόσκλησης του Ερντογάν.

Το θετικό αυτό κλίμα συνεργασίας και ανακωχής μεταξύ των δύο χωρών επιτρέπει τόσο να ελπίζουμε σε ένα κλίμα ειρήνης μεταξύ μας, όσο και να θυμόμαστε τα κοινά βήματα που έχουμε κάνει στο παρελθόν.  Πιο συγκεκριμένα, οι δύο πρόεδροι αναμένεται να συναντηθούν και στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ, τον Ιούνιο του 2024 στην Ουάσινγκτον. Με αφορμή αυτή την επερχόμενη συνάντηση, αξίζει να αναφερθούμε σε ένα σημαντικό κεφάλαιο στην κοινή τους ιστορία, την ταυτόχρονη είσοδός τους στον Οργανισμό Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), που σηματοδοτεί μια κομβική στιγμή στο γεωπολιτικό τοπίο της Ανατολικής Μεσογείου και πέραν αυτής.

Στις 4 Απριλίου 1949, οι υπουργοί Εξωτερικών 12 χωρών υπέγραψαν τη Συνθήκη του Βορείου Ατλαντικού (γνωστή και ως Συνθήκη της Ουάσινγκτον, Washington Treaty) στο Αμφιθέατρο του Υπουργείου στην Ουάσινγκτον (the Departmental Auditorium in Washington, D.C.).  Δημιουργήθηκε ως συλλογική αμυντική συμμαχία ενάντια στην αντιληπτή απειλή της σοβιετικής επέκτασης και  τρία χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης, στις 18 Φεβρουαρίου 1952, η Ελλάδα και η Τουρκία προσχώρησαν στο ΝΑΤΟ. Γεγονός που επέτρεψε την επέκταση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. Οι σημαίες των δύο χωρών υψώθηκαν μαζί, δίπλα στις σημαίες των άλλων συμμάχων του ΝΑΤΟ κατά την Υπουργική Σύνοδο στη Λισαβόνα της Πορτογαλίας, τον Φεβρουάριο του 1952.

Η ένταξη στο ΝΑΤΟ, όχι μόνο περιόρισε την κομμουνιστική επιρροή στην Ελλάδα -μια χώρα που ανακάμπτει από τον εμφύλιο πόλεμο- αλλά και απάλλαξε την Τουρκία από τη σοβιετική πίεση για πρόσβαση σε βασικές στρατηγικές θαλάσσιες οδούς. Πρόκειται για μια στρατηγική κίνηση κατά τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, η οποία αποσκοπούσε στην ενίσχυση της Δυτικής Συμμαχίας και στη δημιουργία ενός προπύργιου κατά της εξάπλωσης του κομμουνισμού στην  ευρύτερη περιοχή.

Ενώ το ΝΑΤΟ λειτούργησε ως πλατφόρμα για κοινά συμφέροντα ασφαλείας, η συμμαχία δεν εξάλειψε τις ιστορικές εχθρότητες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Το κυπριακό ζήτημα, οι εδαφικές διαφορές στο Αιγαίο και οι περιστασιακές στρατιωτικές εντάσεις συνέχισαν να επιβαρύνουν τη σχέση τους, ακόμη και εντός των ορίων της συμμαχίας. Ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα ήταν η σύγκρουση μεταξύ της Ελληνοκυπριακής και Τουρκοκυπριακής κοινότητας στην Κύπρο, η οποία ξέσπασε τη δεκαετία του 1960, κορυφώθηκε με την εισβολή του Αττίλα στην Βόρεια Κύπρο το 1974 και παραμένει χαίνουσα πληγή μέχρι και σήμερα. Η Τουρκική κατοχή της Βόρειας Κύπρου έχει οδηγήσει σε συνεχείς εντάσεις, επηρεάζοντας την ευρύτερη σχέση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Επιπλέον, οι διαφορές σχετικά με τα θαλάσσια σύνορα και τις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες στο Αιγαίο έχουν τροφοδοτήσει περιοδικές αναζωπυρώσεις. Η παρουσία της στρατιωτικής συμμαχίας έχει, κατά καιρούς, λειτουργήσει ως μεσολαβητής, αποτρέποντας συγκρούσεις πλήρους κλίμακας, αλλά και αναδεικνύοντας την ευθραυστότητα της σχέσης.

Η δυναμική μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ εξελίσσεται συνεχώς, επηρεαζόμενη από τις περιφερειακές εξελίξεις και την παγκόσμια γεωπολιτική, όμως ο ρόλος του ΝΑΤΟ στην άμβλυνση των εντάσεων, την προώθηση του διαλόγου και τη διευκόλυνση της επίλυσης των συγκρούσεων παραμένει μετέωρος.

Σε καμία περίπτωση δεν αγγίζει την πολιτική ουσία των ελληνοτουρκικών διαφορών που έχει να κάνει με την αναθεωρητική στάση της Τουρκίας στο Αιγαίο και την αμφισβήτηση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.  Οι πρόσφατες προσπάθειες για την επανάληψη των διπλωματικών συνομιλιών και των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης καταδεικνύουν την αναγνώριση της ανάγκης αντιμετώπισης μακροχρόνιων ζητημάτων για χάρη της περιφερειακής σταθερότητας. Η Τουρκία όμως από την πλευρά της επιδιώκει να έχει σημαντικό ρόλο στο ΝΑΤΟ και γι’ αυτό συμμετέχει ενεργά τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά, με στόχο να αρχίσει να υλοποιεί τα σχέδιά της. Εργαλειοποιεί πλήρως το ΝΑΤΟ για τα δικά της συμφέροντα σε  πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά,  θρησκευτικά και τεχνολογικά ζητήματα,  βρίσκεται  πάντα στο προσκήνιο, υπόσχεται τα πάντα με στρατηγική επικοινωνιακή πολιτική και επιδιώκει ανταλλάγματα.

Σήμερα οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, όσον αφορά την στρατιωτική συμμαχία,   παραμένουν σε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ συνεργασίας και διαμάχης, με το ΝΑΤΟ να λειτουργεί ως φόρουμ διαλόγου, πρόληψης συγκρούσεων και επιδίωξης κοινών στόχων ασφαλείας στην ασταθή περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

 

ΠΗΓΕΣ

Ηλεκτρονικοί ιστότοποι

KEDISA--ανάλυση