ihouliaras

Ρωσία και Κίνα: Διδάγματα από την σινοσοβιετική ρήξη του Ψυχρού Πολέμου

Posted on Posted in Αναλύσεις, Ρωσία & Ευρασία, Στρατηγική & Άμυνα

Γράφει ο Ιωάννης Χουλιάρας, Δόκιμος Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ

 

Οι σχέσεις Ρωσίας – Κίνας προκαλούν κατά καιρούς ανησυχία στο δυτικό κόσμο και εκφράζεται αρκετά συχνά η άποψη για μια πιθανή αντι-αμερικανική και αντι-δυτική ρωσοκινεζική συμμαχία. Αυτό ακούγεται αρκετά λογικό, δεδομένου πως και τα δύο κράτη χαρακτηρίζονται από την κοινή αντιπαλότητά τους προς τις ΗΠΑ, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πολύ πιο έντονα αντιληπτή. Στο άρθρο αυτό θα εξεταστεί η ρήξη μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης (Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών-ΕΣΣΔ) και της Κίνας κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, και τι δείχνει το γεγονός αυτό για τη φύση των ρωσοκινεζικών σχέσεων. Κατά μία γνωστή ρήση άλλωστε, «η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά συχνά κάνει ομοιοκαταληξία».

Η πρώτη προσέγγιση ΕΣΣΔ και Κίνας

Η σοβιετική εμπλοκή στην Κίνα ξεκίνησε από τις αρχές τις δεκαετία του 1920, όταν η Σοβιετική  Ένωση επιχείρησε να εκμεταλλευτεί το εθνικιστικό, αντιαποικιοκρατικό και αντιδυτικό κλίμα που επικρατούσε στη χώρα. Η αυτοκρατορική δυναστεία των Τσινγκ κατέρρευσε το 1911 και μετά από μια σειρά εμφυλίων πολέμων, η Κίνα βρισκόταν σε κατάσταση αναρχίας, έχοντας κατακερματιστεί σε δεκάδες μικρότερα ή μεγαλύτερα φέουδα, ελεγχόμενα από τοπικούς πολέμαρχους. Το 1923 οι Σοβιετικοί συμμάχησαν με το εθνικιστικό κόμμα της Κίνας Κουομιντάνγκ (ΚΜΤ), αποστέλλοντας στρατιωτικούς συμβούλους, προκειμένου να το υποστηρίξουν στο στόχο του να επανενώσει τη χώρα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ), το οποίο είχε ιδρυθεί το 1921, επίσης συντάχθηκε με το ΚΜΤ, έπειτα από σοβιετική παρότρυνση. Το 1926 το ΚΜΤ κατάφερε, με σοβιετική στήριξη, να θέσει σημαντικό τμήμα της Κίνας υπό τον έλεγχό του. Η ηγεσία του ΚΜΤ όμως σύντομα στράφηκε εναντίον των μέχρι τότε συμμάχων της, εκδιώκοντας το 1927 τους Σοβιετικούς από τη χώρα και επιχειρώντας να εξοντώσει το ΚΚΚ, με εκτεταμένες εκκαθαρίσεις και διώξεις. Η σοβιετική επιρροή στην Κίνα εκμηδενίστηκε και το ΚΚΚ συνέχισε τα επόμενα χρόνια τον ένοπλο αγώνα του χωρίς καμία ουσιαστική στήριξη. Μεταξύ 1928 και 1935 αναδείχθηκε στην ηγεσία του ΚΚΚ ο Μάο τσε Τουνγκ, ο οποίος υιοθέτησε μια επαναστατική τακτική βασιζόμενη στη συσπείρωση των αγροτικών πληθυσμών της υπαίθρου, σε αντιδιαστολή με τη παραδοσιακή μαρξιστική θεωρία, που έδινε έμφαση στο ρόλο των βιομηχανικών εργατών. Αυτό κατέστησε τη σοβιετική ηγεσία δύσπιστη έναντι του ΚΚΚ, το οποίο δρούσε έτσι και αλλιώς αποκομμένο από αυτή. Το 1937 οι Ιάπωνες εισέβαλαν στην Κίνα και υπήρξε μια προσωρινή ανακωχή μεταξύ ΚΜΤ και ΚΚΚ, μέχρι και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα της Ιαπωνίας το 1945. Οι κομμουνιστές εξήλθαν από τον πόλεμο έντονα ενισχυμένοι, σε αντίθεση με τη φθορά που είχαν υποστεί οι δυνάμεις του ΚΜΤ. Ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα σε ΚΜΤ και ΚΚΚ αναζωπυρώθηκε το 1947. Η ΕΣΣΔ, αποφασισμένη να αποτρέψει την εμφάνιση μιας φιλοδυτικής Κίνας υπό την ηγεσία του ΚΜΤ στα ανατολικά σύνορά της, παρείχε υποστήριξη στο ΚΚΚ. Οι κομμουνιστές, εκμεταλλευόμενοι την στρατιωτική τους ανωτερότητα και την δυσαρέσκεια του πληθυσμού έναντι του ΚΜΤ λόγω κακοδιοίκησης και διαφθοράς, διεξήγαν μια σταθερή νικηφόρα προέλαση από τις αρχικές βάσεις τους στο βορρά προς τα νότια μέχρι το 1949, όταν οι δυνάμεις του ΚΜΤ κατέρρευσαν ολοκληρωτικά. Την 1η Οκτωβρίου ανακηρύχθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Η προοπτική ενός φαινομενικά πανίσχυρου κομμουνιστικού ρωσοκινεζικού άξονα προκάλεσε έντονη ανησυχία στο δυτικό κόσμο. Η κατάσταση όμως εξελίχθηκε πολύ διαφορετικά.

Η άνοδος της Μαοϊκής Κίνας και η σινοσοβιετική ρήξη

Με την άνοδό του στην εξουσία, ο Μάο ξεκίνησε το έργο της επανένωσης και ανοικοδόμησης της Κίνας, υπό μια στιβαρή κεντρική εξουσία. Η νέα ηγεσία ήταν επίσης αποφασισμένη να τηρήσει μια πολύ πιο διεκδικητική και επιθετική στάση στην εξωτερική της πολιτική, προκειμένου να διασφαλίσει τα κρατικά συμφέροντα και να ανυψώσει το πατριωτικό φρόνημα του πληθυσμού, μετά από δεκαετίες εθνικών εξευτελισμών από ξένες δυνάμεις. Στο πλαίσιο αυτό, η Κίνα υιοθέτησε μια συγκρουσιακή πολιτική έναντι των ΗΠΑ και δεν δίστασε να προχωρήσει σε στρατιωτική αναμέτρηση με τις αμερικανικές δυνάμεις στον πόλεμο της Κορέας (1950-1953). Οι επιτυχίες του κινεζικού στρατού στον κορεατικό πόλεμο έδειξαν πως το νέο κινεζικό καθεστώς ήταν αποφασισμένο να μην επιτρέψει εθνικές ταπεινώσεις σαν αυτές που υπέστη η Κίνα κατά τον 19ο αιώνα από τις δυτικές δυνάμεις. Όπως προαναφέρθηκε, η νίκη των κομμουνιστών το 1949 ανησύχησε έντονα το δυτικό στρατόπεδο, καθώς η συμμαχία δύο πανίσχυρων ευρασιατικών κρατών, της ΕΣΣΔ και της Κίνας, φαινομενικά ενίσχυε αποφασιστικά τη θέση του ανατολικού κομμουνιστικού στρατοπέδου και υπονόμευε την αμερικανική πολιτική της «ανάσχεσης» (containment). Η πολιτική του Μάο όμως, για την ανάδυση μιας ισχυρής και ανεξάρτητης Κίνας, αποτελούσε απειλή και για τη Σοβιετική Ένωση. Η Κίνα, λόγω του μεγέθους και των πόρων της, ήταν μια δυνητική Μεγάλη Δύναμη και σε αντίθεση με τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, η κινεζική ηγεσία δεν ελεγχόταν από την ΕΣΣΔ. Η άνοδος της Κίνας συνιστούσε επομένως απειλή για την ΕΣΣΔ τόσο «εσωτερική» (εντός του ανατολικού-κομμουνιστικού στρατοπέδου) όσο και εξωτερική: «εσωτερική» γιατί αποτελούσε έναν ανεξάρτητο πολιτικοϊδεολογικό πόλο που μπορούσε να αμφισβητήσει την σοβιετική πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα. Εξωτερική επειδή η εμφάνιση μιας νέας Μεγάλης Δύναμης στην ανατολική Ασία θα μετέβαλλε τους συσχετισμούς ισχύος σε βάρος της ΕΣΣΔ. Ο φόβος των Σοβιετικών ενισχυόταν πιθανότατα και από το γεγονός πως η ΕΣΣΔ και η Κίνα είχαν εκτεταμένα κοινά σύνορα, τα οποία είχαν αποτελέσει εστία ρωσοκινεζικών εντάσεων κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Επομένως, παρά την ιδεολογική συγγένεια και την κοινή αντίθεση προς τις ΗΠΑ, η ΕΣΣΔ είδε την άνοδο μιας νέας ισχυρής δύναμης, έστω και κομμουνιστικής, ως δυνητική απειλή.

Η αναφυόμενη ένταση των σινοσοβιετικών σχέσεων φάνηκε εντονότερα μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953. Η κινεζική ηγεσία διαφώνησε με την διαδικασία της «αποσταλινοποίησης» και την πολιτική ύφεσης των εντάσεων με τη Δύση, που ακολούθησε η ΕΣΣΔ υπό τον Νικίτα Χρουστσώφ. Προκειμένου να αποτρέψει την περαιτέρω ισχυροποίηση της Κίνας,  η ΕΣΣΔ δεν παρείχε στήριξη στην προσπάθεια εκβιομηχάνισης και εκσυγχρονισμού που εισήγαγε το κινεζικό καθεστώς, ούτε τεχνογνωσία για την κατασκευή πυρηνικών όπλων στους Κινέζους. Οι Σοβιετικοί μάλιστα ενίσχυσαν την Ινδία, περιφερειακό ανταγωνιστή της Κίνας. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η σινοσοβιετική ρήξη ήταν πλήρης. Η ένταση κορυφώθηκε το 1969, όταν ο σοβιετικός και ο κινεζικός στρατός συγκρούστηκαν στα κοινά σινοσοβιετικά σύνορα στην Άπω Ανατολή, με τα δύο κράτη να φτάνουν κοντά στην πλήρη πολεμική σύρραξη.

Συμπεράσματα

Η σινοσοβιετική ρήξη του Ψυχρού Πολέμου μας δείχνει δύο πράγματα: Πρώτον, και γενικότερα, στις διεθνείς σχέσεις ο εχθρός του εχθρού σου δεν είναι απαραίτητα φίλος σου. Δεν υφίστανται «φυσικές» συμμαχίες και αντιπαλότητες, αλλά αυτές αποτελούν εφήμερα προϊόντα των συσχετισμών ισχύος σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Δεύτερον, και ειδικότερα, η εμφάνιση μιας ισχυρής Κίνας αποτελεί δυνητική απειλή όχι μόνο για τις ΗΠΑ και το δυτικό κόσμο, αλλά και για τη Ρωσία. Τα δύο κράτη έχουν εκτεταμένα κοινά σύνορα, των οποίων η υπεράσπιση είναι δύσκολη, ειδικά τη στιγμή που η ρωσική άμυνα αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις στα δυτικά λόγω της παρουσίας του ΝΑΤΟ. Αυτό δεν σημαίνει πως μια ρωσοκινεζική σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, ενώ μια συμμαχία αδύνατη. Η άνοδος όμως μιας διαρκώς ενισχυόμενης δύναμης με βλέψεις για περιφερειακή ηγεμονία, η οποία μάλιστα βρίσκεται όχι ιδιαίτερα μακριά από τις ενεργειακά πολύτιμες περιοχές της ρωσικής Σιβηρίας, είναι κάτι που θα προκαλέσει πιθανώς αρκετές ανησυχίες στο Κρεμλίνο και ίσως να οδηγήσει στην ανάδυση νέων συμμαχικών συνασπισμών στο μέλλον.

Βιβλιογραφία

Carr, E. (1979). Μικρή Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, pp.173-190, 318-323.

Θερμός, Η. (2015). Οι Επαναστάσεις στον 20ό Αιώνα: Ρωσία, Κίνα,, Βιετνάμ, Κούβα. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ, pp.181-245.

Χατζηβασιλείου, Ε. (2001). Εισαγωγή στην Ιστορία του Μεταπολεμικού Κόσμου. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, pp.116-132, 195-199.