Γράφει ο Χρήστος Ζήκος, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ
Στις 14 Σεπτεμβρίου 2025 η Άγκυρα ανακοίνωσε ότι για τις επόμενες δέκα ημέρες το ωκεανογραφικό σκάφος Πίρι Ρέις θα πραγματοποιήσει «επιστημονικές έρευνες» σε περιοχές του Αιγαίου. Στην πράξη, μεγάλο μέρος αυτών των περιοχών καλύπτει χωρικά ύδατα ελληνικών νησιών και τμήματα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Η πορεία του σκάφους περιλαμβάνει περιοχές δυτικά της Λέσβου, νότια της Χίου και έως τη νησίδα Καλόγερος ανάμεσα στη Χίο και την Άνδρο.
Η συγκεκριμένη τακτική δεν είναι άγνωστη. Από το 1974, όταν αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στην Ελλάδα, οι κυβερνήσεις βρέθηκαν αρκετές φορές αντιμέτωπες με την τουρκική προκλητικότητα: το 1976, το 1987, το 1996 και το 2020 η ένταση κορυφώθηκε, φέρνοντας τις δύο χώρες πολύ κοντά σε ένοπλη σύγκρουση.
Το παρόν άρθρο επιχειρεί μια ανασκόπηση αυτών των κρίσεων και των θέσεων των δύο πλευρών, με στόχο να εξηγήσει βασικές έννοιες όπως η υφαλοκρηπίδα και να καταδείξει ότι τα ελληνοτουρκικά ζητήματα δεν είναι μόνο διμερή. Αποτελούν μέρος της ευρωτουρκικής ατζέντας και επηρεάζονται από παράγοντες όπως το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και οι εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον.
Μάρτιος 1976. Η Ελλάδα βρισκόταν μόλις δύο χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας και η κυπριακή τραγωδία του 1974 παρέμενε νωπή στη μνήμη της κοινωνίας και του πολιτικού κόσμου. Μέσα σε αυτό το φορτισμένο κλίμα, η Άγκυρα άνοιξε ένα νέο μέτωπο έντασης στο Αιγαίο.
Η τουρκική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το ωκεανογραφικό σκάφος Χόρα θα πραγματοποιούσε σεισμικές έρευνες στον βυθό του Αιγαίου για τον εντοπισμό πετρελαϊκών κοιτασμάτων. Οι έρευνες θα γίνονταν στην υφαλοκρηπίδα, δηλαδή στον θαλάσσιο βυθό και το υπέδαφος πέρα από τα χωρικά ύδατα, όπου σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο το παράκτιο κράτος έχει αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων.
Παρά τις αρχικές αναβολές, το Χόρα (μετονομασμένο σε Σισμίκ Ι) βγήκε στο Αιγαίο με απόφαση του τουρκικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας. Ο πρωθυπουργός Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ δήλωσε μάλιστα ότι τυχόν παρεμπόδιση του έργου του σκάφους θα συνιστούσε casus belli (αιτία πολέμου). Από τις 6 έως τις 15 Αυγούστου 1976, το πλοίο, συνοδευόμενο από μονάδες του τουρκικού ναυτικού και της αεροπορίας, πραγματοποίησε έρευνες μεταξύ Αγίου Ευστρατίου, Λέσβου και των Μικρασιατικών ακτών.
Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή αντέδρασε με ψυχραιμία αλλά αποφασιστικότητα. Ελληνικά πολεμικά πλοία παρακολουθούσαν το Σισμίκ Ι, ενώ στην περιοχή διεξάγονταν παράλληλα αεροναυτικές ασκήσεις και των δύο χωρών. Η Αθήνα προχώρησε σε έντονες διαμαρτυρίες προς την Άγκυρα, προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και ζήτησε από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης τη λήψη προσωρινών μέτρων. Ωστόσο, το Συμβούλιο Ασφαλείας κάλεσε απλώς τις δύο πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να προσέλθουν σε διάλογο, χωρίς να λάβει ουσιαστική θέση.
Την ίδια στιγμή, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Ανδρέας Παπανδρέου εμφανίστηκε ιδιαίτερα σκληρός, με την περίφημη φράση «βυθίσατε το Χόρα», η οποία, αν ειπώθηκε πράγματι σε συνεννόηση με τον Καραμανλή, στόχευε να ενισχύσει το μήνυμα αποφασιστικότητας προς την Άγκυρα. Στο πεδίο, ελληνικές κινήσεις όπως οι ελιγμοί περιπολικού σκάφους απέναντι στο Σισμίκ και η ρίψη σημαδούρων από αναγνωριστικό αεροσκάφος έστελναν σαφές σήμα ότι η Ελλάδα δεν θα επέτρεπε παραβίαση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
Τελικά, η κρίση εκτονώθηκε χωρίς στρατιωτική σύγκρουση. Το αποτέλεσμα ήταν η υπογραφή του Πρακτικού της Βέρνης (Νοέμβριος 1976), με το οποίο οι δύο χώρες δεσμεύτηκαν να απέχουν από μονομερείς ενέργειες στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, έως ότου υπάρξει συμφωνία ή διεθνής δικαστική απόφαση για την οριοθέτησή της. Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε μια προσωρινή αναστολή της έντασης, όχι όμως λύση του προβλήματος. Η Ελλάδα την είδε ως αναγκαία διπλωματική υποχώρηση, ενώ η Τουρκία τη θεώρησε βήμα που αναγνώριζε την ύπαρξη «διαφορών» προς διαπραγμάτευση στο Αιγαίο.
Έντεκα χρόνια μετά την κρίση του 1976, οι δύο χώρες βρέθηκαν ξανά στα πρόθυρα πολέμου. Η νέα ένταση ξεκίνησε στις αρχές του 1987, όταν αποφασίστηκε η επέκταση των ερευνών για πιθανά νέα κοιτάσματα πετρελαίου πέρα από τα 6 ναυτικά μίλια, στη θαλάσσια περιοχή της Θάσου. Η άδεια δόθηκε σε καναδοαμερικανική κοινοπραξία, στο πλαίσιο της αξιοποίησης των πετρελαϊκών πεδίων της περιοχής.
Η Άγκυρα αντέδρασε έντονα, υποστηρίζοντας ότι οι ελληνικές ενέργειες παραβίαζαν το Πρακτικό της Βέρνης του 1976, το οποίο προέβλεπε αποχή από μονομερείς ενέργειες στην υφαλοκρηπίδα έως ότου υπάρξει συμφωνία ή διεθνής δικαστική απόφαση. Στις 26 Μαρτίου 1987, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας της Τουρκίας αποφάσισε να αποστείλει το ερευνητικό σκάφος Σισμίκ στο Αιγαίο, συνοδεία πολεμικών πλοίων, προαναγγέλλοντας σεισμογραφικές έρευνες σε αμφισβητούμενες περιοχές.
Η ελληνική κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου, αντέδρασε με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα. Δήλωσε ότι σε περίπτωση που το τουρκικό σκάφος πραγματοποιούσε έρευνες σε ελληνική υφαλοκρηπίδα, θα το βύθιζε. Παράλληλα, τέθηκε σε εφαρμογή γενική επιστράτευση και ενημερώθηκαν άμεσα όλοι οι διεθνείς οργανισμοί και η διεθνής κοινή γνώμη για τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Επιπλέον, η Ελλάδα ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει στο κλείσιμο της αμερικανικής βάσης της Νέας Μάκρης, ενώ ο Υπουργός Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας μετέβη στη Σόφια για συνομιλίες με τη Βουλγαρική ηγεσία. Οι κινήσεις αυτές είχαν διττό στόχο: αφενός να ασκηθεί πίεση προς τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, και αφετέρου να διασφαλιστούν περιφερειακά ερείσματα σε περίπτωση σύγκρουσης.
Η στάση της Βουλγαρίας, υπό τον πρόεδρο Τοντόρ Ζίβκοφ, ήταν εντυπωσιακά υποστηρικτική. Ο Ζίβκοφ διαβεβαίωσε την ελληνική πλευρά ότι μπορούσε να αποσύρει όσες στρατιωτικές μονάδες επιθυμούσε από την ελληνοβουλγαρική μεθόριο, ενώ διέταξε τη μετακίνηση μηχανοκίνητης ταξιαρχίας στα σύνορα Βουλγαρίας Τουρκίας, προκαλώντας ανησυχία στην Άγκυρα.
Η αποφασιστική στάση της Αθήνας, σε συνδυασμό με τη διεθνή και περιφερειακή πίεση, οδήγησε τελικά την Τουρκία σε υποχώρηση. Ο τότε πρωθυπουργός Τουργκούτ Οζάλ ανακοίνωσε ότι το Σισμίκ δεν θα πραγματοποιούσε έρευνες και θα αποχωρούσε, τερματίζοντας την κρίση.
Η κρίση του 1987 θεωρείται σημαντική γιατί: Έδειξε ότι η αποφασιστική στάση της Ελλάδας μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά. Ενίσχυσε την εικόνα αποφασιστικότητας της ελληνικής διπλωματίας και άμυνας. Ανέδειξε τον ρόλο των περιφερειακών ισορροπιών (π.χ. Βουλγαρία) και του ΝΑΤΟ στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η κρίση των Ιμίων αποτέλεσε μία από τις πιο επικίνδυνες στιγμές στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η αφετηρία της κρίσης ήταν ένα φαινομενικά ασήμαντο περιστατικό: στις 25 Δεκεμβρίου 1995, το τουρκικό φορτηγό πλοίο Figen Akat προσάραξε στα ρηχά κοντά σε μία από τις δύο βραχονησίδες των Ιμίων (στο ανατολικό Αιγαίο, πλησίον της Καλύμνου). Όταν η Ελλάδα προσφέρθηκε να βοηθήσει, ο Τούρκος πλοίαρχος αρνήθηκε υποστηρίζοντας ότι βρισκόταν σε τουρκική περιοχή. Το γεγονός ανέδειξε μια αντιπαράθεση για την κυριαρχία των συγκεκριμένων νησίδων.
Στις 29 Δεκεμβρίου 1995, η Άγκυρα απέστειλε ρηματική διακοίνωση στην Αθήνα, αμφισβητώντας την ελληνική κυριαρχία επί των Ιμίων και υποστηρίζοντας ότι οι βραχονησίδες ανήκουν στην Τουρκία. Η ελληνική κυβέρνηση απάντησε με δική της ρηματική διακοίνωση στις 10 Ιανουαρίου 1996, απορρίπτοντας πλήρως τον τουρκικό ισχυρισμό και τεκμηριώνοντας τα ελληνικά δικαιώματα με βάση τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης (1923) και τη Συνθήκη των Παρισίων (1947).
Η κατάσταση κλιμακώθηκε στις 27 Ιανουαρίου 1996, όταν ο Δήμαρχος Καλύμνου ύψωσε την ελληνική σημαία στη μία βραχονησίδα. Την επομένη, Τούρκοι δημοσιογράφοι της εφημερίδας Hürriyet προσγειώθηκαν με ελικόπτερο, κατέβασαν την ελληνική σημαία και ύψωσαν την τουρκική, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στην Αθήνα.
Η ελληνική κυβέρνηση έστειλε άμεσα μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού στην περιοχή και ύψωσε ξανά την ελληνική σημαία. Στις επόμενες ημέρες, γύρω από τις Ίμια παρατάχθηκαν πλοία και των δύο χωρών, με τα πολεμικά να βρίσκονται σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων ένα βήμα πριν από στρατιωτική εμπλοκή.
Τη νύχτα της 30ής προς 31η Ιανουαρίου, Τούρκοι κομάντος κατέλαβαν τη δεύτερη, μικρότερη βραχονησίδα που παρέμενε αφύλακτη, ενώ την ίδια στιγμή ένα ελληνικό ελικόπτερο της φρεγάτας Ναβαρίνον κατέπεσε κατά τη διάρκεια αναγνωριστικής αποστολής, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τρεις αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού: ο Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο Παναγιώτης Βλαχάκος και ο Έκτορας Γιαλοψός.
Η κρίση εκτονώθηκε τελικά ύστερα από εντατική αμερικανική διαμεσολάβηση, με τη φράση «no ships, no flags, no troops» (χωρίς πλοία, σημαίες και στρατεύματα) να σηματοδοτεί την επιστροφή στο status quo ante. Η ελληνική και η τουρκική πλευρά αποσύρθηκαν, χωρίς να έχει υπάρξει ουσιαστική επίλυση του ζητήματος της κυριαρχίας.
Η κρίση των Ιμίων είχε βαθιές επιπτώσεις: Η Τουρκία εισήγαγε για πρώτη φορά στην πράξη τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», δηλαδή των περιοχών με «αδιευκρίνιστο κυριαρχικό καθεστώς». Η Ελλάδα αντιλήφθηκε την ανάγκη για ταχύτερη διπλωματική και στρατιωτική αντίδραση σε παρόμοιες προκλήσεις. Οι ΗΠΑ ανέδειξαν τον ρόλο τους ως βασικού διαμεσολαβητή μεταξύ των δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ.
Η κρίση αυτή αποκάλυψε πόσο εύκολα ένα δευτερεύον περιστατικό μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγική κρίση, όταν υπάρχει συσσωρευμένη καχυποψία και απουσία μηχανισμών οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Το καλοκαίρι του 2020, Ελλάδα και Τουρκία βρέθηκαν ξανά στα πρόθυρα σύγκρουσης λόγω των τουρκικών ερευνών στην Ανατολική Μεσόγειο. Αφορμή στάθηκε η αποστολή του ερευνητικού σκάφους Oruc Reis, συνοδευόμενου από πολεμικά πλοία, σε θαλάσσιες περιοχές που η Ελλάδα θεωρεί μέρος της υφαλοκρηπίδας της, κοντά στο Καστελλόριζο.
Η ένταση εντάχθηκε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο γεωπολιτικού ανταγωνισμού, μετά το τουρκολιβυκό μνημόνιο (2019) και τη συμφωνία Ελλάδας – Αιγύπτου για την ΑΟΖ (2020). Οι δύο στόλοι αναπτύχθηκαν στην περιοχή και σημειώθηκαν επικίνδυνα περιστατικά, όπως η μικροσύγκρουση φρεγατών «Λήμνος» και «Kemal Reis».
Η κρίση πήρε ευρωπαϊκή και διεθνή διάσταση, με τη Γαλλία να στηρίζει ανοικτά την Ελλάδα και την ΕΕ να απειλεί με κυρώσεις. Η ένταση αποκλιμακώθηκε το φθινόπωρο, όταν το Oruc Reis επέστρεψε στην Αττάλεια και ξεκίνησαν διερευνητικές επαφές. Η κρίση του 2020 ανέδειξε τη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου ως στρατηγικού χώρου και επιβεβαίωσε ότι τα ελληνοτουρκικά ζητήματα έχουν πλέον έντονη ευρωπαϊκή και διεθνή διάσταση.
Η Τουρκία παραμένει μια αναθεωρητική δύναμη, υιοθετώντας μια στρατηγική που στηρίζεται στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», επιδιώκοντας να επεκτείνει την επιρροή της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οφείλει να αξιοποιεί τη θέση της μέσα σε αυτή τη μεγάλη πολιτική και οικονομική κοινότητα, αντιμετωπίζοντας συλλογικά τις προκλήσεις και ενισχύοντας διαρκώς την αμυντική και εξωτερική της πολιτική.
Ωστόσο, η Ιστορία μας υπενθυμίζει ότι ακόμα και οι πιο βαθιές αντιπαλότητες μπορούν να ξεπεραστούν. Η Γαλλία και η Γερμανία, έπειτα από δύο Παγκοσμίους Πολέμους, κατάφεραν να υπερβούν το παρελθόν και να θέσουν τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ενοποίησης μέσα από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα.
Ίσως, όταν η Τουρκία αλλάξει πολιτική κουλτούρα και η Ελλάδα συνεχίσει να ωριμάζει γεωπολιτικά χωρίς να λησμονεί το παρελθόν και τη θέση της στην Ευρώπη, να φτάσει κάποια στιγμή η ώρα για μια ιστορική μεταβολή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μια μεταβολή που θα βασίζεται όχι στην αντιπαράθεση, αλλά στη συνεργασία και στη συνύπαρξη προς όφελος της σταθερότητας και της ευημερίας ολόκληρης της περιοχής.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΣ, ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΤΡΙΓΩΝΟ: Οι ΗΠΑ και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ.
ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΡΔΑΣ, ΠΡΟ-ΙΜΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ: Οι ελληνοτουρκικές κρίσεις από τα Σεπτεμβριανά στον θαλάσσιο Αττίλα ( 1955- 2018). ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ.
ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ.
ΑΡΘΟΓΡΑΦΙΑ

