Γράφει η Αναστασία-Αικατερίνη Βοσκοπούλου, Αναλύτρια ΚΕΔΙΣΑ
Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έφερε στο προσκήνιο την ανάγκη δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού εγχειρήματος το οποίο θα είχε ως στόχο την επίτευξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης η οποία συνεπώς και θα συνέβαλε στην εδραίωση της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και της ειρηνικής συμφιλίωσης μεταξύ των κρατών της Ένωσης (Henig, 2002). Το ζήτημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια ένα σύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο καθώς η ανάγκη για ενοποίηση δημιουργεί νέες αλλαγές στους θεσμούς. Για αυτόν τον λόγο έχουν σημειωθεί έντονες κρίσεις και δυσκολίες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της ολοκλήρωσης. Καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία εξέλιξης της ενοποίησης διαδραματίζει η διεύρυνση της Ένωσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποτελεί η μελέτη της κατάστασης που επικρατεί στα Δυτικά Βαλκάνια όσον αφορά τη διεύρυνση της Ένωσης σε αυτή την περιοχή (Phinnemore, 2003).
Το ζήτημα της διεύρυνσης ξεκινάει από τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς θεωρήθηκε απαραίτητη για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η διεύρυνση έχει ως στόχο την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου για τους πολίτες, τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας για τα κράτη και την εδραίωση της ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των κρατών της ευρωπαϊκής ηπείρου. Η διαδικασία της διεύρυνσης προκάλεσε αλλαγές στο πλαίσιο διαμόρφωσης και σχεδιασμού των προγραμμάτων αλλά και στη λειτουργία των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (Ιωακειμίδης, 1993). Οι διευρύνσεις που έλαβαν χώρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο συνέβαλαν στην επέκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς εντάχθηκαν νέα κράτη μέλη. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύθηκε η συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών και η ενοποίηση τους μέσα σε ένα πρόγραμμα με κοινές οικονομικές και πολιτικές δράσεις. Ο όρος της διεύρυνσης αναφέρεται στην επέκταση της Ένωσης μέσω της προσθήκης νέων κρατών-μελών.
Προκειμένου να ενταχθεί μία χώρα στην Ε.Ε. ακολουθείται μία συγκεκριμένη διαδικασία. Κάθε ευρωπαϊκό κράτος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ένταξη του σαν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να συμμετάσχει, συνεπώς, στη διαδικασία εξέλιξης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, εάν και εφόσον πληροί ορισμένα κριτήρια. Η χώρα που επιθυμεί να γίνει μέλος στην Ε.Ε. οφείλει να υποβάλλει αίτηση στο Συμβούλιο το οποίο με τη σειρά του παραθέτει την αίτηση στην Επιτροπή. Η Επιτροπή αξιολογεί την αίτηση και ελέγχει αν η αιτούσα χώρα πληροί τις προϋποθέσεις για να ενταχθεί στην Ε.Ε. (Μαραβέγιας, 2016). Η Επιτροπή σε συνεργασία με το Συμβούλιο ξεκινούν τις διαπραγματεύσεις και αποφασίζουν ομόφωνα αν είναι κατάλληλη η χώρα για να ενταχθεί στην Ένωση. Οι υποψήφιες χώρες είναι απαραίτητο να πληρούν τα κριτήρια προσχώρησης τα οποία ονομάζονται και κριτήρια της Κοπεγχάγης. Η ονομασία αυτή οφείλεται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης όπου έλαβε χώρα το Δεκέμβριο του 1993 όπου και ψηφίστηκαν τα κριτήρια προσχώρησης των υποψήφιων χωρών. Τα κριτήρια αυτά μεταξύ άλλων αναφέρουν ότι σε πολιτικό επίπεδο η υποψήφια χώρα οφείλει να σέβεται τους θεσμούς που σχετίζονται με το σεβασμό προς την έννοια της δημοκρατίας, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο κράτος δικαίου και στις μειονότητες. Όσον αφορά το οικονομικό επίπεδο είναι αναγκαία η ύπαρξης μίας λειτουργικής οικονομίας η οποία να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις ανταγωνιστικές δυνάμεις της αγοράς εντός της Ε.Ε. Τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό είναι το κριτήριο που αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που σχετίζονται με την ιδιότητα του μέλους αλλά και την επιτυχία των οικονομικών, πολιτικών και νομισματικών στόχων της Ένωσης (EUR-Lex., κριτήρια προσχώρησης-κριτήρια της Κοπεγχάγης). Στη συνέχεια η αιτούσα χώρα, εφόσον πληροί τα προαναφερθέντα κριτήρια υποβάλλει στο Συμβούλιο την αίτηση ένταξης και το τελευταίο ζητά τη γνώμη της Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των Εθνικών Κοινοβουλίων σχετικά με την αίτηση. Εάν υπάρξει ομοφωνία μεταξύ των οργάνων ξεκινούν οι διαδικασίες του σχεδίου της Συνθήκης Προσχώρησης όπου περιλαμβάνουν εσωτερικές διαδικασίες προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις και εν τέλει να προσαρτηθεί η υποψήφια χώρα (Μαραβέγιας, 2016).
Με τον όρο Δυτικά Βαλκάνια αναφερόμαστε στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, (Σερβία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία (Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας) καθώς και την Αλβανία και το Κοσσυφοπέδιο (Reeker, 2012). Ο λόγος που καθιστά την περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων τόσο ξεχωριστή είναι η γεωγραφική της θέση. Τα κοινά σημεία που ενώνουν τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων είναι η πολιτική αστάθεια και η ελλιπής οικονομική ανάπτυξη (Μπέλλου, 2005). Το κοινό προβληματικό παρελθόν, τα εσωτερικά προβλήματα, η κακή οικονομική κατάσταση και οι ελλείψεις σε επίπεδο ανάπτυξης καθιστούν δύσκολο το έργο της ενσωμάτωσης των Δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε. (Linotte, 2017). Για να ενταχθούν στην ευρύτερη περιοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα Δυτικά Βαλκάνια θα πρέπει να καταβάλλουν πολλές προσπάθειες και να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο έτσι ώστε να θεωρηθούν οι χώρες αυτές κατάλληλες για ένταξη στην Ένωση.
Γίνεται, λοιπόν, σαφές πως το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει αποτελέσει εδώ και δεκαετίες ένα δύσκολο έργο καθώς έχει χαρακτηριστεί από έντονες κρίσεις σε περιφερειακό επίπεδο. Οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων βρίσκονταν πάντα χαμηλά στις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαιτίας της γεωγραφικής τους θέσης. Η οικονομική κρίση που επικρατεί σε ένα μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης έχει επηρεάσει αρνητικά τη διαδικασία ένταξης των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων. Η ένταξη των χωρών αυτών στην Ε.Ε. ανέκαθεν αποτελούσε ένα δύσκολο έργο και προχωρά με πολύ αργά βήματα εδώ και πολλά χρόνια. Η προσπάθεια διεύρυνσης έχει ως στόχο τη δημιουργία ενός διευρυμένου πλαισίου συνεργασίας και ειρήνης. Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Δυτικά Βαλκάνια αποτελεί μία στρατηγική επιλογή σε μία προσπάθεια να ενισχύσει η Ευρώπη την ευημερία και την ασφάλεια σε αυτή την περιοχή.
Πηγές- Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
Μαραβέγιας Ν., (2016). Ευρωπαϊκή Ένωση. Δημιουργία, Εξέλιξη, Προοπτικές. Εκδόσεις Κριτική.
Ιωακειμίδης Π.Κ., (1993). Ευρωπαϊκή πολιτική ένωση: θεωρία, διαπραγμάτευση, θεσμοί και πολιτικές: η συνθήκη του Μάαστριχτ και η Ελλάδα. Εκδόσεις Θεμέλιο.
Μπέλλου Φ., (2005). Η Ευρωπαϊκή Ένωση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη: Από τη διαχείριση κρίσεων στην ενσωμάτωση, Αγορά Χωρίς Σύνορα.
Ξενόγλωσση
Henig S., (2002). The Uniting of Europe From Consolidation to Enlargement, 2nd edition. Published by Routledge.
Linotte D., (2017). The Balkans in Europe Policy Advisory Group Blog. January 17. http://www.biepag.eu/2017/01/17/poverty-in-the-balkans/(open in a new window).
Phinnemore D., (2003). ‘Stabilisation and Association Agreements: Europe agreements for the Western Balkans?’, European Foreign Affairs Review.
Reeker P., (2013). Bosnia and Herzegovina: Political Accountability for a Euro-Atlantic Future. Address at the American University in Bosnia and Herzegovina

