Vorropoulou Aggeliki

Η Διπλωματία των Αγωγών στην Ανατολική Μεσόγειο και η Ενεργειακή Ασφάλεια της ΕΕ

Posted on Posted in Αναλύσεις, Βαλκάνια & Ανατ.Μεσόγειος, ΕΕ & ΝΑΤΟ, Ενεργειακή Ασφάλεια

Γράφει η Αγγελική Βορροπούλου, Δόκιμη Αναλύτρια ΚΕΔΙΣΑ

Η έννοια της ενεργειακής ασφάλειας ορίζεται ως εξής: η σχέση μεταξύ της εθνικής ασφάλειας και της διαθεσιμότητας ενεργειακών πόρων προς κατανάλωση. Η πρόσβαση σε φθηνές πηγές ενέργειας  έχει καταστεί ουσιώδης για την σωστή λειτουργία των σύγχρονων οικονομιών. Ωστόσο, η άνιση κατανομή του ενεργειακού εφοδιασμού μεταξύ των χωρών οδηγεί πολλές φορές σε σημεία τριβής μεταξύ των κρατών.

Οι ανανεώσιμοι πόροι και οι σημαντικές ευκαιρίες για ενεργειακή απόδοση παρατηρούνται σε ευρείες γεωγραφικές περιοχές, σε αντίθεση με άλλες μορφές πηγών ενέργειας οι οποίες βρίσκονται σε συγκεκριμένες χώρες. Η ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η ενεργειακή απόδοση καθώς και η τεχνολογική διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας πρόκειται να οδηγήσουν σε ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, αλλά και σε οικονομικά οφέλη. Η ενεργειακή ασφάλεια, τα τελευταία χρόνια έχει έρθει στο προσκήνιο των συζητήσεων λόγω της μεγάλη γεωπολιτικής της σημασίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

Παρατηρώντας, την λεκάνη της Μεσογείου, δύο κύριες πηγές εισόδου επηρεάζουν την ενεργειακή ασφάλεια. Αρχικά, η σημασία των μεταφορών προς την ΕΕ, έναν καθαρό εισαγωγέα φυσικού αερίου αλλά και πετρελαίου. Και δευτερευόντως, η παροχή επαρκών ενεργειακών υπηρεσιών στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, της Ανατολικής και Νότιας Μεσογείου, όπου καθίσταται αναγκαία η υψηλότερη κατανάλωση ενέργειας ανά κάτοικο, με στόχο τη βελτίωση αλλά και την οικονομική και πολιτική σταθερότητα. Τα δύο αυτά ζητήματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, καθώς η αύξηση της σταθερότητας στην περιοχή της Μεσογείου σημαίνει ότι η ΕΕ έχει τη δυνατότητα να προστατεύσει καλύτερα τις ροές ενέργειας μέσω της περιοχής.

Για την ΕΕ η περιοχή της Μεσογείου αποτελεί ενεργειακό πόλο έλξης. Αρκετά έργα περιφερειακής συνεργασίας έχουν συσταθεί από την ΕΕ προκειμένου να δημιουργηθεί μια πιο ολοκληρωμένη αγορά όσον αφορά την ενέργεια. Η Ευρωμεσογειακή εταιρική σχέση για την ενέργεια αφενός και η Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας αφετέρου, αντιμετώπισαν δυσκολίες ως προς τη θεσμοθέτηση ενός ενεργειακού διαλόγου μεταξύ των ευρωπαίων καταναλωτών και των παραγωγών της Ανατολικής Μεσογείου.

Παρότι η ενεργειακή συνεργασία δεν θεωρήθηκε προτεραιότητα, αναγνωρίστηκε γενικά η σημασία της ενέργειας ως χώρου συνεργασίας λόγω της σημασίας της περιοχής, όχι μόνο όσον αφορά τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων, αλλά και ως χώρος διέλευσης για ενεργειακό εφοδιασμό. Πιο συγκεκριμένα, τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου παίζουν σημαντικό ρόλο στις πολιτικές διακρατικές σχέσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον κινεί η περίπτωση του προγράμματος “Eastern Mediterranean Pipeline” ή όπως είναι ευρύτερα γνωστό “EastMed Project”, καθώς αποτελεί ένα πολύ σημαντικό έργο για την περιοχή τόσο για τον οικονομικό, τον ενεργειακό αλλά και τον τεχνολογικό τομέα. Τα τρία μέτωπα του συγκεκριμένου προγράμματος είναι: το Ευρωπαϊκό, αποτελούμενο από τις χώρες της Κύπρου, της Ελλάδας και της Ιταλίας το οποίο θα εξετάσουμε παρακάτω, της Βορείου Αφρικής, με πρωταγωνιστές την Αίγυπτο και την Λιβύη, και εκείνο της Ανατολής, στο οποίο κύριο λόγο έχει το Ισραήλ, σε συνδυασμό με τον Λίβανο.

Για να μπορέσουμε όμως να εξετάσουμε το EastMed Project, θα πρέπει αρχικά να σκιαγραφήσουμε τον λόγο για τον οποίο η ΕΕ επέλεξε να το προωθήσει.

Οι χώρες της ΕΕ, στο μεγαλύτερο μέρος τους, εισάγουν φυσικό αέριο από την Ρωσική Ομοσπονδία. Πιο γνωστά και χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι χώρες οι οποίες προμηθεύονται φυσικό αέριο από την Μόσχα, είτε απευθείας (πχ. Γερμανία, Φινλανδία, Εσθονία, Λετονία), είτε με την Λευκορωσία σαν χώρα διαμετακομιστή (πχ. Λιθουανία), είτε με χώρα διαμετακομιστή την Ουκρανία (πχ Σλοβακία, Ουγγαρία κα.).

Μερικά Ευρωπαϊκά κράτη, κυρίως της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, καταναλώνουν αέριο το οποίο προέρχεται από την Νορβηγία. Στην πραγματικότητα όμως παρατηρείται μια εξαιρετικά υψηλή εξάρτηση από την Μόσχα, εξαιτίας της έλλειψης υποδομής που αφορά την αποθήκευση του φυσικού αερίου.

Τον Ιανουάριο του 2009, η κρίση εξαιτίας της διακοπής παροχής φυσικού αερίου από την Μόσχα στο Κίεβο «πάγωσε» τα κράτη της ΕΕ, και όχι μόνο, τα οποία λαμβάνουν φυσικό αέριο με κράτος διαμετακομιστή την Ουκρανία. Περισσότερα από τα μισά κράτη μέλη της ΕΕ επηρεάστηκαν από την ενεργειακή διακοπή, ενώ μόνο η Δανία και η Ολλανδία είχαν εφεδρικά πλεονάσματα. Καθώς το 90% του αερίου που προέρχεται από την Ρωσική Ομοσπονδία περνά από την Ουκρανία, γεγονός που αποδεικνύει, όχι μόνο την εξάρτηση της  ΕΕ από το φυσικό αέριο της Μόσχας (το ποσοστό άγγιζε τότε 60%), αλλά και το ρίσκο αυτής της ενεργειακής εξάρτησης αντίστοιχα. Η εξάρτηση αυτή μπορεί οιαδήποτε στιγμή να αποβεί μοιραία για την οικονομία των εξαρτώμενων κρατών της ΕΕ, καθώς σε μια νέα κρίση φυσικού αερίου με πρωταγωνίστριες και πάλι την Ρωσική Ομοσπονδία και την Ουκρανία, τα κράτη τα οποία θα επηρεαστούν από την κρίση, θα πρέπει να στραφούν σε ενεργειακές λύσεις τις τελευταίας στιγμής, όπως πχ το πετρέλαιο, του οποίου η τιμή θα αυξηθεί ραγδαία. Βέβαια η Μόσχα προκειμένου να απεξαρτηθεί από την όδευση της Ουκρανίας έχει ήδη κατασκευάσει τον Nord Stream 1 που τροφοδοτεί με φυσικό αέριο τη Γερμανία, ενώ έχει ξεκινήσει ήδη η κατασκευή τόσο του αγωγού Turkish Stream (Νότιος Διάδρομος) όσο και του Nord Stream 2 με τον οποίο θα τροφοδοτείται η Γερμανία με επιπλέον ποσότητες φυσικού αερίου.

Εξαιτίας της κρίσης φυσικού αερίου, κατέστη επίσης σαφές, ότι πλέον είναι αναγκαίο να βρεθούν νέες χώρες προμηθευτές φυσικού αερίου, κυρίως από την Ανατολική Μεσόγειο. Το EastMed Project αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μελλοντικής τροφοδοσίας της ΕΕ με φυσικό αέριο από την Ανατολική Μεσόγειο.

Ο αγωγός EastMed έχει σχεδιαστεί με στόχο να μεταφέρει φυσικό αέριο από τα κοιτάσματα στην περιοχή της Λεκάνης της Λεβαντίνης (Κύπρος και Ισραήλ) καθώς και τα εν δυνάμει κοιτάσματα στην Ελλάδα τόσο προς το Ελληνικό Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου όσο και προς το αντίστοιχο Ιταλικό μέσω του διασυνδετήριου αγωγού ΠΟΣΕΙΔΩΝ.

Αναλυτικότερα, το έργο προβλέπει 1300 χιλιόμετρα υπεράκτιο αγωγό και άλλα 600 χιλιόμετρα χερσαίο, από τις πηγές της Ανατολικής Μεσογείου στην Κύπρο, από την Κύπρο στην Κρήτη, από την Κρήτη στην Πελοπόννησο κι από την Πελοπόννησο μέχρι την Δυτική Ελλάδα . Έπειτα, θα συνδεθεί η Δυτική Ελλάδα, με την Ιταλία, ανατολικά του Οτράντο, μέσω αγωγού ανοιχτής θαλάσσης ο οποίος θα διαπερνά το Ιόνιο Πέλαγος.

Μια παρατήρηση όσον αφορά την δυνατότητα κατασκευής του αγωγού, κατά την πρώτη ανάλυση, είναι η τεχνική του βιωσιμότητα.  Σύμφωνα όμως με μελέτες της ελληνικής Εταιρίας Προμηθευτών Φυσικού Αερίου, το έργο φαίνεται να είναι «τεχνικά εφικτό» καθώς έχουν κατασκευαστεί παρόμοιοι αγωγοί (αγωγός Medgaz, μεταξύ Αλγερίας και Ισπανίας). Δεν είναι μόνο όμως η τεχνική βιωσιμότητα η οποία δημιουργεί ανησυχίες. Το κόστος είναι μια ακόμη, μεγάλη πρόκληση, το οποίο κόστος υπολογίζεται περίπου στα 7 δισεκατομμύρια δολάρια. Με τις χαμηλές τιμές του φυσικού αερίου από την άλλη πλευρά, προκαλούν ανησυχίες καθώς μπορεί να αποτρέψουν τις ιδιωτικές εταιρίες να υποστηρίξουν το έργο (σε συγχρηματοδότηση πάντα με την ΕΕ).

Διαμέσου της προώθησης EastMed και των συζητήσεων περί σύνδεσης των τριών χωρών (Ελλάδα, Κύπρος, Ιταλία) μέσω του αγωγού παρατηρείται η θέληση αλλά και η ενίσχυση των ήδη υπαρχουσών εμπορικών συμφωνιών οι οποίες λειτουργούν με ένα είδος παράλληλης επένδυσης στο εσωτερικό των κρατών. Και τα τρία κράτη πέρα από το πολιτικό γόητρο τους, πρόκειται να αυξήσουν και το οικονομικό τους, καθώς πρόκειται για ένα έργο στρατηγικής σημασίας όσον αφορά την Ευρώπη.

Η Κύπρος καθώς επίσης και η Ελλάδα αποτελούν το κύριο πεδίο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ στην Ανατολική Μεσόγειο και συνεπώς της προώθησης των συμφερόντων της στην περιοχή. Πέρα από την συλλογική Ευρωπαϊκή πολιτική η Ελλάδα με την Κύπρο έχοντας ως γείτονα χώρα την Τουρκία αποβλέπουν σε τοπικές τριμερείς ή διμερείς συμφωνίες/συμμαχίες, οι οποίες θα τις βοηθήσουν να ανταπεξέλθουν στην πίεση της αυτοαποκαλούμενης ανερχόμενης μεγάλης δύναμης, ενώ παράλληλα ενισχύει κατ’ αυτόν τον τρόπο την ανάδειξη της συλλογικότητας στην περιοχή.

Η Κύπρος έχοντας ως μόνιμο αγκάθι το θέμα των Τουρκοκύπριων και την υπό κατάληψη βόρεια περιοχή του νησιού από το 1974, επιθυμεί να εγκαθιδρύσει την αυτοδυναμία της στην περιοχή και να γίνει ένας ισχυρός παράγοντας στην περιοχή, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τις αυθαίρετες κινήσεις της Άγκυρας στα προσφάτως αξιοποιούμενα κοιτάσματα της Κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Επιπρόσθετα, η Λευκωσία προσπαθεί να ενισχύσει την θέση της και στην ευρωπαϊκή σκηνή, με άμεσο στόχο την αποτελεσματική αντιμετώπιση των τουρκικών απειλών αλλά και παρεμβάσεων όσον αφορά την ΑΟΖ της. Η Άγκυρα στην προσπάθειά της να επιβεβαιώσει τη θέση της στην Κύπρο, συνεχίζει να παραβιάζει την εθνική κυριαρχία της δεύτερης αλλά και τα κυριαρχικά δικαιώματα του κυπριακού λαού, πράξεις τις οποίες η δεύτερη θεωρεί πως θα σταματήσει μέσω της κατασκευής του EastMed.

Καθώς η Ελλάδα έχοντας να αντιμετωπίσει τις βλέψεις της Τουρκίας στο Αιγαίο επιθυμεί να διαμορφώσει τον ρόλο της και να κινηθεί στρατηγικά ώστε να ενισχύσει κι εκείνη την θέση της τόσο σε περιφερειακό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ελλάδα αποτελεί έναν μελλοντικό παράγοντα παραγωγής υδρογονανθράκων αλλά και ενεργειακό κόμβο της Ανατολικής Μεσογείου και της ΕΕ. Μέσω της ενίσχυσης της θέσεώς της στον ευρωπαϊκό χάρτη, πρόκειται να χαράξει νέους δρόμους συνεργασίας οι οποίοι πρόκειται να φανούν αρκετά προσοδοφόροι και στον οικονομικό – ενεργειακό τομέα της χώρας.

Όσον αφορά την Ιταλία η σημαντική θέση η οποία κατέχει, καθώς βρίσκεται κεντρικά της Μεσογείου, είναι αναμφισβήτητη. Ο αγωγός EastMed πρόκειται να την εδραιώσει τον ενεργειακό της ρόλο, και να την μετατρέψει σε έναν ακόμη σημαντικότερο δρώντα της ΕΕ.

Συμπερασματικά το τρίπτυχο της ενεργειακής συνεργασίας Ελλάδας – Κύπρου – Ιταλίας αποδεικνύει τη γεωστρατηγική και την γεωοικονομική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου. Η ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας δεν αποτελεί μόνο στόχο της εξωτερικής πολιτικής των κρατών μέσω διμερών ή πολυμερών διαπραγματεύσεων. Η ενέργεια αποτελεί και θα συνεχίσει να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της κρατικής βιωσιμότητας αφενός και της οικονομικής στρατηγικής αφετέρου.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: