raptis-big

Πως θα μπορούσε το ΝΑΤΟ να εμπλακεί στον πόλεμο κατά του ISIS: Δυσκολίες και Προκλήσεις

Posted on Posted in ΕΕ & ΝΑΤΟ, Μέση Ανατολή, Μετανάστευση, Πληροφόρηση και Ασφάλεια, Τρομοκρατία

Γράφει ο Δημήτρης Ράπτης, Δόκιμος Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ

Αφορμή για το παρόν άρθρο αποτελεί η προ μηνός (13/11/2015) τρομοκρατική επίθεση του ISIS στο Παρίσι, που συγκλόνισε τον κόσμο σκορπώντας τον θάνατο σε 130 ανθρώπους και τραυματίζοντας δεκάδες άλλους. Μία τέτοια επίθεση ήταν ικανή να αλλάξει τα μέχρι πρότινος δεδομένα και να εντάξει και τρίτους παίκτες στη μάχη κατά του ISIS (Γαλλία). Παρακάτω θα εξεταστεί η δυνατότητα εμπλοκής του ΝΑΤΟ στον πόλεμο κατά του ISIS και οι προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει. Θα αναλυθούν το νομικό πλαίσιο μιας ενδεχόμενης Νατοϊκής επιχείρησης και οι δυσκολίες που θα επιφέρει η εκπλήρωσή της.

Τα γεγονότα της 13ης Νοεμβρίου 2015 θεωρήθηκαν ως η 11η Σεπτεμβρίου της Ευρώπης και σημάδεψαν τα Ευρωπαϊκά κράτη σε μεγάλο βαθμό δεδομένου των απειλών του Ισλαμικού Κράτους για επόμενα χτυπήματα σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το τρομοκρατικό χτύπημα στο Παρίσι υπενθύμισε πως η απειλή του ISIS υπάρχει σε ολόκληρο τον κόσμο και όχι μόνο στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, όπου εδράζεται. Οι διεθνείς οργανισμοί, τα Ηνωμένα Έθνη, η Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ καταδίκασαν την επίθεση στο Παρίσι ενώ αρχηγοί κρατών συμφώνησαν σε μία άμεση αντιμετώπιση του εχθρού από κοινού. Συγκεκριμένα, το ΝΑΤΟ υποστήριξε την άμεση αντιμετώπιση του εχθρού ενώ το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ προχώρησε σε ψήφισμα το οποίο προτρέπει τα κράτη να αντιμετωπίσουν το ISIS με κάθε μέσο. Ένα ερώτημα που απασχολεί έντονα πολλούς αναλυτές είναι κατά πόσο μπορεί ο Βορειοατλαντικός Οργανισμός να διαδραματίσει έναν ενεργότερο ρόλο στον πόλεμο κατά του ISIS στη Συρία.

Δράσεις του ΝΑΤΟ από το Ξέσπασμα του Εμφυλίου στη Συρία

Το ΝΑΤΟ από το ξέσπασμα του εμφυλίου το 2011 έχει πάρει ορισμένα μέτρα και έχει ασχοληθεί πολλάκις με το ζήτημα. Συγκεκριμένα, το Νοέμβριο του 2011, ο τότε Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Anders Fogh Rasmussen, απέκλεισε το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία. Ειδικότερα, δήλωσε ότι «το ΝΑΤΟ δεν έχει καμία απολύτως πρόθεση να παρέμβει. Μπορώ να αποκλείσω αυτό το ενδεχόμενο τελείως». Η πλειοψηφία των Σύρων τάσσονται κατά μιας στρατιωτικής επέμβασης, που θα διενεργείται από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ, αλλά προτιμούν μια κοινή στρατιωτική επέμβαση από τα Αραβικά κράτη και την Τουρκία. Ωστόσο, ήταν αδύνατο ένας οργανισμός όπως το ΝΑΤΟ να μην παρέμβει με κάποιο τρόπο στο Συριακό εμφύλιο. Η δυνατότητα αυτή ήρθε, όταν τον Ιούνιο του 2012, ένα Τουρκικό αναγνωριστικό τζετ F4 καταρρίφθηκε  από τις κυβερνητικές δυνάμεις της Συρίας. Μετά την κατάρριψη, η Τουρκία ζήτησε από το ΝΑΤΟ, υπό το Άρθρο 4 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, να διεξάγει διαβουλεύσεις για την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή. Το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο ( North Atlantic Council)  ανακοίνωσε τα εξής: «Θεωρούμε ότι αυτή η πράξη είναι απαράδεκτη και την καταδικάζουμε απερίφραστα. Είναι ένα ακόμη παράδειγμα της περιφρόνησης των συριακών αρχών των διεθνών κανόνων, της ειρήνης, της ασφάλειας και της ανθρώπινης ζωής». Η Συριακή κυβέρνηση δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου και στις 3 Οκτωβρίου 2012 βομβάρδισε την πόλη Ακτσάκαλε (Akcakale) στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας με αποτέλεσμα το θάνατο πέντε αμάχων. Η Τουρκία ανταπόδωσε τα πυρά και οι δύο χώρες απαγόρευσαν σε αεροπλάνα του άλλου να περνούν πάνω από τον εναέριο χώρο τους. Τον Ιανουάριο του 2013, το ΝΑΤΟ εγκατέστησε πυραύλους «Patriot» στα σύνορα της Τουρκίας με τη Συρία για άμυνα ενάντια σε εξωτερικές επιθέσεις, όπως ζητήθηκε από την τουρκική κυβέρνηση για την ασφάλεια του πληθυσμού της. Στις 26 Ιανουαρίου 2015, Ισπανικά στρατιωτικές μονάδες συμμετείχαν στην εγκατάσταση των αντιβαλλιστικών πυραύλων «Patriot» στα Άδανα αντικαθιστώντας αντίστοιχη Ολλανδική στρατιωτική μονάδα. Από την εγκατάσταση πυραύλων «Patriot» στην Τουρκία, η Γερμανία, η Ολλανδία και οι ΗΠΑ ανέπτυξαν από δύο συστοιχίες πυραύλων «Patriot» και στρατιωτικό προσωπικό για να τις χειριστούν.

Κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής της Ουαλίας στις 4-5 Σεπτεμβρίου 2014, οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ εξέδωσαν μια δήλωση, η οποία σε γενικές γραμμές καταδίκασε απερίφραστα τις βίαιες ενέργειες του ISIS. Επιπλέον, οι Σύμμαχοι διαβεβαίωσαν ότι σε περίπτωση που απειλείται η ασφάλεια οποιουδήποτε συμμαχικού κράτους, θα λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν το συλλογικό αμυντικό σύστημα της Συμμαχίας (Collective Defense System). Τα κράτη-μέλη αποφάσισαν να ενισχύσουν τη συνεργασία με τις ιρακινές δυνάμεις στα πλαίσια του πολιτικού διαλόγου, της εκπαίδευσης και κατάρτισης, της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, της οικοδόμησης αμυντικών θεσμών, της ασφάλειας των συνόρων και της επικοινωνιακής στρατηγικής. Τέλος, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ «κάλεσαν την κυβέρνηση της Συρίας να συμμορφωθεί πλήρως με τις διατάξεις όλων των σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και να δεσμευτούν αμέσως για μια πραγματική πολιτική μετάβαση, σύμφωνα με το ανακοινωθέν ( Communiqué) της 30ης Ιουνίου 2012 στη Γενεύη».

Οι Συμμαχικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ συμφώνησαν ότι απαιτείται μια συντονισμένη διεθνής προσέγγιση για την καταπολέμηση του ISIS με σκοπό να επέλθει η σταθερότητα και η πολιτική διευθέτηση στο Ιράκ και στη Συρία. Σε συνέντευξη Τύπου, o Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Jens Stoltenberg, δήλωσε ότι η συμμαχία με επικεφαλή τις ΗΠΑ που πολεμάει εναντίον του ISIS δεν είναι ένας συνασπισμός του ΝΑΤΟ, αλλά μια συμμαχία πολλών χωρών υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και εάν το ΝΑΤΟ κληθεί να βοηθήσει στην καταπολέμηση του ISIS θα είναι έτοιμο να εξετάσει με ποιον τρόπο θα μπορούσε να συμβάλει ακόμη περισσότερο. Το βασικό ερώτημα είναι εάν το ΝΑΤΟ έχει τη νομική κάλυψη να παρέμβει στη Συρία, στον πόλεμο κατά του ISIS.

Νομικό Πλαίσιο Δράσης του Βορειοατλαντικού Οργανισμού

Το ΝΑΤΟ πράγματι νομικά είναι καλυμμένο από το ίδιο το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο να παρέμβει στη Συρία στον πόλεμο κατά του ISIS. Το ΝΑΤΟ μπορεί να επικαλεστεί το Άρθρο 5 της Συνθήκης το οποίο αναφέρει ότι «τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός ή περισσοτέρων από αυτά στην Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική θα θεωρηθεί ως επίθεση εναντίον όλων και, κατά συνέπεια, συμφωνούν ότι, εάν συμβεί μια τέτοια ένοπλη επίθεση, κάθε ένα από αυτά, στην άσκηση του δικαιώματος της ατομικής ή συλλογικής αυτοάμυνας που αναγνωρίζεται από το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, θα βοηθήσουν το Συμβαλλόμενο Μέρος ή τα Μέρη που δέχθηκαν επίθεση προχωρώντας αμέσως, μεμονωμένα και σε συνεννόηση με τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη, τέτοια δράση όπως αυτή κρίνεται απαραίτητη, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ένοπλης δύναμης, για να αποκατασταθεί και να διατηρηθεί η ασφάλεια του Βόρειου Ατλαντικού χώρου».

Η νομική βάση για στρατιωτική επέμβαση θα μπορούσε να ενισχυθεί περαιτέρω από μία αρχή που υιοθετήθηκε από τον ΟΗΕ το 2005, που ονομάζεται Responsibility to Protect ή R2P. Σύμφωνα με αυτό, «η διεθνής κοινότητα έχει την ευθύνη για την προστασία από τα εγκλήματα πολέμου και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας με τη χρήση εξαναγκασμού, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής παρέμβασης, ως έσχατη λύση.»

Ωστόσο, εγείρονται ερωτήματα σχετικά με την ισχύ των δύο παραπάνω πλαισίων νομιμοποίησης σε περίπτωση μιας ενδεχόμενης Νατοϊκής επέμβασης. Το ζήτημα σε αυτό το σημείο είναι διφορούμενο. Η μόνη χώρα η οποία έχει κάνει χρήση του άρθρου 5 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου είναι οι ΗΠΑ, μετά την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους στις 9/11/2001. Σε περίπτωση που η Γαλλία ήθελε να επικαλεστεί το άρθρο 5, θα έπρεπε πρώτα να κάνει χρήση του άρθρου 4, το οποίο αναφέρει ότι «τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους κάθε φορά που, κατά τη γνώμη κάποιων από αυτά, η εδαφική ακεραιότητα, η πολιτική ανεξαρτησία ή η ασφάλεια οποιουδήποτε μέρους απειλείται». Δηλαδή, να ζητήσει σύγκληση των πρεσβευτών των 28 κρατών-μελών με σκοπό να ορίσουν το πλαίσιο δράσης του οργανισμού. Ακόμα και σε αυτό το σημείο, όμως, η νομική βάση μπορεί να χωλαίνει. Μια τέτοια ενέργεια θα είχε πλήρη νομιμοποίηση, εάν στηριζόταν από ένα ανώτερο όργανο, όπως το Συμβούλιο Ασφαλείας (Σ.Α.) του ΟΗΕ. Το άρθρο 5 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου ισχύει και νομιμοποιεί πλήρως τη δράση του ΝΑΤΟ εφόσον το Σ.Α. έχει ήδη λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την αποκατάσταση και διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Εξάλλου, το άρθρο 7 του Συμφώνου επιβεβαιώνει και υπενθυμίζει στα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ την πρωταρχική ευθύνη του Σ.Α. σχετικά με τη διατήρηση της ειρήνης και της ασφάλειας. Το Σ.Α. σύμφωνα με το κεφάλαιο 7 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ θα μπορούσε να εξουσιοδοτήσει το ΝΑΤΟ και να επιτρέψει ενδεχόμενες επιχειρήσεις δίνοντας τον έλεγχο της κατάστασης σε δυνάμεις του Βορειοατλαντικού Οργανισμού. Το ΝΑΤΟ υποστηρίζει αποφάσεις του Σ.Α. του ΟΗΕ σε επιχειρησιακό επίπεδο εάν αυτό ζητηθεί. Ωστόσο, μετά τις πρόσφατες εξελίξεις με την κατάρριψη του Ρωσικού SU-24 από Tουρκικά μαχητικά αεροσκάφη τύπου F-16 και δεδομένου ότι η Ρωσία ανήκει στα μόνιμα μέλη του Σ.Α. με δικαίωμα βέτο, αυτή η απόφαση δεν είναι πλέον και τόσο πιθανό να ληφθεί.

Συμπερασματικά, για να εμπλακεί το ΝΑΤΟ ως οργανισμός στη Συρία και στη μάχη κατά του ISIS θα πρέπει να προηγηθεί απόφαση του Σ.Α. των Ηνωμένων Εθνών ώστε να χαίρει της πλήρης νομιμοποίησης των επιχειρήσεων και έπειτα να γίνει η σύγκληση των πρεσβευτών των κρατών-μελών της συμμαχίας για να προχωρήσουν σε περεταίρω ενέργειες.

Πως το ΝΑΤΟ θα ενίσχυε τις εν εξελίξει επιχειρήσεις κατά του ISIS;


            Ο πόλεμος κατά του ISIS από Δυτικές δυνάμεις ξεκίνησε στις 7 Αυγούστου 2014 με την ανακοίνωση του σχεδίου του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Μπαράκ Ομπάμα, για ολοκληρωτική καταστροφή του Ισλαμικού Κράτους μετά την εισβολή του (ISIS) στο Ιρακινό Κουρδιστάν. Η ιδέα αυτού του σχεδίου ήταν να σχηματιστεί ένας συνασπισμός δυνάμεων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ (U.S.-led Coalition) με σκοπό να πλήξουν τις θέσεις των μαχητών του ISIS πραγματοποιώντας αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Οι αεροπορικές επιδρομές έχουν αποδειχθεί ένα αποτελεσματικό μέτρο, σε γενικές γραμμές, αντιμετώπισης του ISIS, δεδομένου ότι βοήθησαν τις κουρδικές δυνάμεις να ανακαταλάβουν την πόλη Κομπάνι. Οι Κούρδοι μαχητές με την ενίσχυση των βομβαρδισμών του Δυτικού Συνασπισμού έχουν καταφέρει σημαντικά πλήγματα στο στρατόπεδο του ISIS λόγω της ανθεκτικότητάς τους και της γνώσης του εδάφους της Συρίας και του Ιράκ και ειδικότερα των περιοχών που ενεργεί το ISIS. Οι χώρες που συμμετέχουν στο Δυτικό Συνασπισμό εκτός της ηγέτιδας δύναμης (ΗΠΑ) είναι η Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Γερμανία, ο Καναδάς και η Ολλανδία.

Πρωταρχικός στόχος του ΝΑΤΟ σε περίπτωση που παρέμβει με στρατιωτικά μέσα  δρώντας συμπληρωματικά ή ακόμα και παίρνοντας τον ρόλο του Δυτικού Συνασπισμού, θα ήταν να καταστρέψει ολοκληρωτικά το ISIS ως οντότητα και όλες τις υποδομές που αυτό δημιούργησε, όπως επίσης και οποιαδήποτε άλλη εξτρεμιστική-τρομοκρατική οργάνωση ενεργεί στην περιοχή και αποτελεί ευθεία απειλή για την ειρήνη και την ασφάλεια των κρατών. Με τι μέσα όμως θα μπορούσε το ΝΑΤΟ να διεκπεραιώσει αυτό το στόχο;

Το ΝΑΤΟ καλύπτει σχεδόν όλους τους τομείς της στρατιωτικής δράσης, οι οποίοι περιλαμβάνουν την κινητικότητα δυνάμεων, την υποστήριξη διοικητικής μέριμνας τους, την ικανότητά τους να προστατεύονται και να αντιμετωπίζουν εχθρούς, τα συστήματα διοίκησης, ελέγχου και πληροφοριών που χρησιμοποιούν για τη διασφάλιση να αναπτύσσονται γρήγορα και αποτελεσματικά σε τοποθεσίες που απαιτούνται για τη διαχείριση κρίσεων, ενδεχομένως και για μεγάλες χρονικές περιόδους. Συγκεκριμένα, το ΝΑΤΟ είναι μία επιβλητική στρατιωτική δύναμη έχοντας στη διάθεσή του πάνω από 3.000.000 ενεργούς στρατιώτες και ακόμη περισσότερους σε εφεδρεία. Επιπλέον, διαθέτει πάνω από 25.000 στρατιωτικά αεροσκάφη, 800 ποντοπόρα πολεμικά πλοία και 50 αεροσκάφη του τύπου AWACS. Τα 28 κράτη-μέλη του Οργανισμού αντιπροσωπεύουν πάνω από το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι μιλάμε για μία τεράστια δύναμη έτοιμη να ενεργήσει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες διαθέτοντας ικανότητες για αποτροπή και άμυνα ενάντια σε κάθε απειλή  για την ασφάλεια των Συμμαχικών δυνάμεων. Ο Βορειοατλαντικός Οργανισμός έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει ταυτόχρονα βασικές κοινές επιχειρήσεις και αρκετές μικρότερες για συλλογική άμυνα και αντιμετώπιση πολλαπλών κρίσεων. Έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει και να διατηρήσει ισχυρές κινητές και συμβατικές δυνάμεις για τη διεξαγωγή τόσο των ευθυνών που εμπίπτουν στο άρθρο 5 του Συμφώνου όσο και για τις εκστρατευτικές επιχειρήσεις συμπεριλαμβανομένου και της Δύναμης Ταχείας Αντίδρασης του ΝΑΤΟ (NATO Rapid Response Force). Επιπλέον, το ΝΑΤΟ έχει τα μέσα να ενισχύσει την ικανότητα εντοπισμού και υπεράσπισης των κρατών ενάντια στη διεθνή τρομοκρατία με ενδελεχή ανάλυση της απειλής, με περισσότερες διαβουλεύσεις με τους εταίρους, καθώς και με την ανάπτυξη κατάλληλων στρατιωτικών δυνατοτήτων, όπως για παράδειγμα την εκπαίδευση τοπικών δυνάμεων για αντιμετώπιση απειλών. Τέλος, εκτός των άλλων συγκεκριμένων δυνατοτήτων του Οργανισμού, το βασικό στοιχείο του Συστήματος Συλλογικής Ασφάλειας (Collective Defense System) είναι η προστασία των Ευρωπαϊκών κρατών από επιθέσεις βαλλιστικών πυραύλων και η άμυνα από απειλή χημικών, βιολογικών και πυρηνικών όπλων.

Στην περίπτωση της Συρίας, το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να εμπλακεί, αρχικά, στον πόλεμο κατά του ISIS, αναθέτοντας το σχεδιασμό της επιχείρησης σε μία Διοίκηση Συμμαχικών Δυνάμεων (Joint Force Command). Ο Βορειοατλαντικός Οργανισμός για να είναι αποτελεσματικότερος στο επιχειρησιακό επίπεδο θα πρέπει να πάρει το ρόλο του Δυτικού Συνασπισμού. Με αυτό τον τρόπο τα αεροσκάφη που διεξαγάγουν βομβαρδισμούς θα αυξηθούν και επίσης θα προστεθούν τα αεροσκάφη τύπου AWACS με ακτίνα ραντάρ 360 βαθμών κάλυψης στο χώρο των αερομαχιών. Η Νατοϊκή διοίκηση οφείλει να μεριμνήσει για την αποστολή και ανάπτυξη δυνάμεων εδάφους οι οποίες θα έχουν διττό στόχο: αρχικά να συμβάλλουν στη συλλογή αυθεντικών πληροφοριών υποδεικνύοντας στα αεροσκάφη στόχους για βομβαρδισμό και να διοργανώνουν επιδρομές εδάφους και έπειτα να εκπαιδεύσουν και να εξοπλίσουν ντόπιους που μάχονται το Ισλαμικό Κράτος, όπως επίσης και Κούρδους μαχητές που ενεργούν στο Βόρειο Ιράκ. Τέλος, το ΝΑΤΟ οφείλει να έρθει σε συνεννόηση με τη Ρωσία ώστε να ενεργήσουν από κοινού και να καταστήσουν τον πόλεμο κατά του ISIS αποτελεσματικότερο.

Δυσκολίες και προκλήσεις

            Σε περίπτωση που το ΝΑΤΟ επέμβει στη Συρία παίρνοντας το ρόλο του Δυτικού Συνασπισμού θα κληθεί από τις πρώτες κιόλας αποφάσεις να αντιμετωπίσει εμπόδια και δυσκολίες. Παραπάνω αναφέραμε τη διαδικασία που οφείλει ο Οργανισμός να ακολουθήσει ώστε να χαίρει πλήρης νομιμοποίησης. Σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση των προκλήσεων είναι οι διεθνείς σχέσεις και επιδιώξεις των κρατών που δρουν στην περιοχή. Η Ρωσία ως υποστηρικτής του Άσαντ θέλει την διατήρηση του καθεστώτος ενώ οι ΗΠΑ την ανατροπή του, ωστόσο και οι δύο δυνάμεις έχουν ως κοινό στόχο την ολοκληρωτική καταστροφή του ISIS. Η Ρωσία εμφανώς δυσαρεστημένη με τα τελευταία γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Συρία και με τις δηλώσεις του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Jens Stoltenberg, και όντας μόνιμο μέλος του Σ.Α. του ΟΗΕ μπορεί να μπλοκάρει, ασκώντας βέτο, οποιοδήποτε ενδεχόμενο ψήφισμα για εμπλοκή του ΝΑΤΟ στη Συρία.

Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα που έρχεται στο προσκήνιο είναι η διαχείριση της κατάστασης στη Συρία αφού καταστραφεί το ISIS. Το ΝΑΤΟ εάν λάβει το πράσινο φως με τις προαναφερθείσες δυνατότητες και μέσα που διαθέτει άλλα και με την ενίσχυση των επιχειρήσεων από τις Ρωσικές δυνάμεις μπορεί να καταστρέψει το ISIS και τις υποδομές του σε διάρκεια λίγων εβδομάδων. Εάν καταστραφεί το ISIS, που είναι και προτεραιότητα των ΗΠΑ και της Ρωσίας, τα εδάφη που έχει καταλάβει σε ποιον θα επιστρέψουν; Ο δευτερεύων στόχος της ΗΠΑ είναι η ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ, επομένως η εναντίωση σε μία ενδεχόμενη επιστροφή των εδαφών στους νόμιμους κατόχους τους, δηλαδή σε Ιράκ και Συρία, είναι δεδομένη. Οι Κούρδοι που μάχονται με σθένος εδώ και καιρό τους Ισλαμιστές δε θα έχουν απαιτήσεις γι’ αυτά τα εδάφη; Η κατάσταση σε αυτή την περίπτωση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο διότι εντάσσεται στη σκακιέρα της Μέσης Ανατολής και η Τουρκία. Η Τουρκία, ως γνωστόν, δεν επιθυμεί τη δημιουργία Κουρδικού Κράτους και θα αποτρέψει οποιαδήποτε ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ οι Κούρδοι μέσα στον επαναστατικό τους αναβρασμό είναι πολύ πιθανό να απαιτήσουν με κάθε μέσο τα εδάφη που ελευθερώθηκαν από το ISIS.

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι μετά τη συντριβή του Ισλαμικού Κράτους διαμορφώνεται μία περίπλοκη κατάσταση με δρώντες, κρατικούς και μη, οι οποίοι θα θελήσουν να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Σε περίπτωση που δεν ληφθούν αυτά τα δεδομένα υπ’ όψιν σε μία ενδεχόμενη καταστροφή του ISIS, προβλέπεται να δημιουργηθούν περισσότερες εντάσεις, οι οποίες θα αποφέρουν δυσάρεστα αποτελέσματα. Πως θα ενεργήσουν οι δυνάμεις στη Μέση Ανατολή στην μετά ISIS εποχή; Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει και όλα τα υποθετικά σενάρια οδηγούν σε διαφωνίες και εντάσεις, εκτός και αν η διπλωματία καταφέρει να λύσει αυτό το δύσκολο πάζλ και βρεθεί τελικά μία πολιτική λύση στο ζήτημα.