small

Κίνα – Ταϊβάν: Συμφιλίωση με το αζημίωτο

Posted on Posted in Διεθνείς Ειδήσεις

Οταν ο ηγέτης της αυταρχικής, πανίσχυρης και διπλωματικά ολοένα πιο επιθετικής Κίνας συναντάται για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1940 με τον ηγέτη της μικρής και απομονωμένης αλλά με τον τρόπο της δημοκρατικής Ταϊβάν, μιας νησιωτικής χώρας 23 εκατομμυρίων κατοίκων, η οποία ωστόσο στη συνείδηση του κινεζικού λαού είναι μια αποσχισθείσα κινεζική επαρχία, τότε αυτό αποτελεί σίγουρα μια θετική είδηση, με αρκετούς δημοσιογράφους αλλά και ειδικούς να κάνουν λόγο για τις πρώτες ρωγμές σε ένα από τα τελευταία «τείχη» περασμένων δεκαετιών που παραμένουν όρθια ανά την υφήλιο.

Το Σάββατο ο κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ και ο ταϊβανέζος ομόλογός του Μα Γινγκ Ζέου συναντήθηκαν στην ουδέτερη Σιγκαπούρη γράφοντας έτσι μια νέα σελίδα στην ιστορία των δύο χωρών. Ηταν η πρώτη φορά από το 1945 που οι ηγέτες των δύο πλευρών του Πορθμού της Ταϊβάν αντάλλαξαν χειραψία και συνομίλησαν.

Το Πεκίνο από το τέλος του κινεζικού εμφυλίου το 1949 δεν αναγνωρίζει την εθνική κυριαρχία της «επαναστατημένης» Ταϊβάν. Η Ταϊπέι, από την πλευρά της, έχοντας ανακηρύξει την ανεξαρτησία της, δεν αναγνωρίζει τη Χώρα του Δράκου ως «μητέρα-πατρίδα».

Μάλιστα, προς αποφυγή των όποιων παρεξηγήσεων, οι δύο άνδρες απευθύνονταν ο ένας στο άλλον χρησιμοποιώντας τον τίτλο του «κυρίου».

Ιερή και απαράβατη η αρχή της ενιαίας Κίνας

Θα μπορούσε άραγε να γίνει λόγος για μια απόπειρα συμφιλίωσης με το αζημίωτο – δηλαδή, επ” αμοιβαία ωφελεία – και με απώτερο σκοπό την εξομάλυνση των διμερών σχέσεων; Για το πρώτο η απάντηση είναι θετική καθώς το κριτήριο είναι οικονομικό.

Για το δεύτερο όμως φαίνεται πως είναι αρνητική καθώς η συνάντηση των δύο ηγετών πραγματοποιήθηκε μερικές εβδομάδες πριν από τη διεξαγωγή, στις 16 Ιανουαρίου, προεδρικών και βουλευτικών εκλογών στην Ταϊβάν.

Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας οι κινεζικές Αρχές προσδιόρισαν ότι στόχος αυτής της ιστορικής συνάντησης ήταν η «διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή», προειδοποιώντας ωστόσο ότι «η αρχή της μιας Κίνας» είναι ιερή και απαράβατη. Αυτό όμως δεν άρεσε καθόλου στους Ταϊβανέζους, με αποτέλεσμα χιλιάδες φοιτητές και υποστηρικτές της αντιπολίτευσης να συγκεντρωθούν μπροστά από το προεδρικό μέγαρο ζητώντας την ακύρωση της συνόδου και κατηγορώντας τον Μα Γινγκ Ζέου ότι «θέλει να ξεπουλήσει με ύπουλο τρόπο την Ταϊβάν στην Κίνα». Ο ίδιος, πάντως, δύο ημέρες προτού μεταβεί στη Σιγκαπούρη, τόνισε πως αντικείμενο της συνάντησης επρόκειτο να είναι «η ευτυχία της επόμενης γενιάς».

Επειτα από δύο θητείες στην προεδρία ο Μα Γινγκ-ζέου δεν μπορεί να συμμετάσχει στις επικείμενες εκλογές. Πριν από οκτώ χρόνια όμως ο απερχόμενος πρόεδρος επανέφερε στην εξουσία το Κινεζικό Εθνικιστικό Κόμμα (Κουομιντάνγκ) που ίδρυσε ο Τσανγκ Καϊσέκ για να αντιταχθεί στους εξεγερμένους κομμουνιστές του Μάο Τσε Τουνγκ. Επειτα από την ήττα και τη φυγή, το 1949, στην τότε Φορμόζα, με την πάροδο του χρόνου το Κουομιντάνγκ αναθέρμανε τις επαφές του με το Πεκίνο υποστηρίζοντας πλέον μια ολοένα πιο στενή σχέση με την Κίνα. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ωστόσο, η επικράτηση της αντιπολίτευσης υπό την ηγεσία του – επίσης εθνικιστικού και αντικινεζικού – Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος (DPP), το οποίο τάσσεται υπέρ της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα τον οικονομικό και εδαφικό επεκτατισμό του Πεκίνου, είναι δεδομένη.

Η τραγωδία της Ιστορίας και η βάρκα της ειρήνης

Οσον αφορά τον πρόεδρο Σι, η προοπτική της πανωλεθρίας των «συμμάχων» του Κουομιντάνγκ στις εκλογές, οι οποίες ενδέχεται να φέρουν, εκτός απροόπτου, τη νησιωτική χώρα ακόμη πιο κοντά στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία, είναι αρκετή για να αιτιολογήσει την αναπάντεχη, τουλάχιστον επίσημα, απόφασή του.

Γνωρίζοντας ότι η Ταϊβάν δεν έχει ακόμη ξεπεράσει την οικονομική κρίση του 2008 και ότι ο ρόλος των ΗΠΑ στον Ειρηνικό έχει διαφοροποιηθεί σε σχέση με το παρελθόν, ο κινέζος πρόεδρος ενδεχομένως να επιδίωξε να υπενθυμίσει στους Ταϊβανέζους ότι ο πανίσχυρος και άσπονδος γείτονάς τους, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών, θα έχει διαρκώς πλέον το βλέμμα του καρφωμένο πάνω τους. Είτε για να συμβάλει στην τόνωση της οικονομίας της Ταϊβάν και στη γενικότερη ανάπτυξη της χώρας είτε για να την «τιμωρήσει» αν κοπούν οι γέφυρες με την Κίνα και το νησί στραφεί αποκλειστικά στη Δύση.

Ενδεικτικό πάντως των προθέσεων του Πεκίνου όσον αφορά αυτή την «αποσχισθείσα» κινεζική επαρχία και τη συνάντηση των δύο ηγετών είναι το σχετικό δημοσίευμα της κύριας εφημερίδας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. «Συμπατριώτες σε αμφότερες τις μεριές του Πορθμού της Ταϊβάν πρέπει να ενωθούν και να εναντιωθούν αποφασιστικά στις δυνάμεις που επιθυμούν την ανεξαρτησία και στις αυτονομιστικές ενέργειές τους» επισημαίνεται χαρακτηριστικά στο άρθρο. Μιλώντας για την «τραγωδία της Ιστορίας», οι συντάκτες του άρθρου τονίζουν επίσης πως στην περίπτωση που δεν τεθούν στο περιθώριο εκείνοι που τάσσονται υπέρ της ανεξαρτησίας της νησιωτικής χώρας κινδυνεύουν να αναποδογυρίσουν τη «βάρκα της ειρήνης».

Το κομμουνιστικό Πεκίνο «ψηφίζει» εθνικιστές

«Αμφότεροι οι ηγέτες έχουν συμφέρον να προωθήσουν το Κινεζικό Εθνικιστικό Κόμμα (Κουομιντάνγκ) της Ταϊβάν εν όψει των επικείμενων εκλογών. Ο Σι επιθυμεί να δώσει το μήνυμα ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών ενδέχεται να βελτιωθούν και η Ταϊβάν να έχει περισσότερο χώρο στη διεθνή σκηνή στην περίπτωση που το Κουομιντάνγκ παραμείνει στην εξουσία. Και ο Μα χρειάζεται κάτι ώστε να αποδείξει ότι το οικονομικό και πολιτικό άνοιγμά του προς την Κίνα είχε αποτέλεσμα».

Αυτά δήλωσε μιλώντας στο «Βήμα» η Ελίζαμπεθ Εκόνομι, διευθύντρια Ασιατικών Μελετών της δεξαμενής σκέψης των ΗΠΑ Council on Foreign Relations, σχολιάζοντας την ιστορική συνάντηση των δύο ηγετών.

Επισήμανε ωστόσο ότι η κύρια έγνοια του Πεκίνου δεν αφορά τόσο το παρόν όσο το μέλλον.

«Κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι μηνών το Πεκίνο έχει προβεί σε ενέργειες που καταπατούν την εθνική κυριαρχία της Ταϊβάν, με χαρακτηριστική περίπτωση την έκδοση ηλεκτρονικών ταυτοτήτων σε πολίτες της νησιωτικής χώρας δίχως να έχει προηγουμένως διαβουλευτεί με την Ταϊπέι. Ο κύριος λόγος που ο κινέζος πρόεδρος αποφάσισε να συναντήσει τον ταϊβανέζο ομόλογό του ήταν για να ενισχύσει τις πιθανότητες επανεκλογής του Κουομιντάνγκ βραχυπρόθεσμα και να προωθήσει το ζήτημα της επανένωσης μακροπρόθεσμα» μας είπε χαρακτηριστικά η κυρία Εκόνομι.

Πηγή: www.tovima.gr