tragka

Η κρίση των Ιμίων υπό το πρίσμα του μοντέλου της γραφειοκρατικής πολιτικής

Posted on Posted in Αναλύσεις, Στρατηγική & Άμυνα

Γράφει η Αλεξάνδρα Τράγκα, Εξωτερική Συνεργάτης ΚΕΔΙΣΑ

Είκοσιδυο χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από το θερμό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που διαδραματίστηκε στις βραχονησίδες Ίμια τον Ιανουάριο του 1996. Η κρίση των Ιμίων, ένα από τα πιο θερμά επεισόδια στην πολυτάραχη σύγχρονη ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αποτέλεσε αφορμή για την αμφισβήτηση από την Τουρκία, της κυριαρχίας της Ελλάδας σε αρκετά νησιά και νησίδες του Αιγαίου, που συνιστούν, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της γείτονος, «Γκρίζες Ζώνες». Κατά τη διάρκεια της ολιγοήμερης αυτής κρίσης, οι δύο χώρες μετέφεραν στρατιωτικές δυνάμεις γύρω από τις βραχονησίδες, κομάντο πάνω σε αυτές ενώ οριακά αποσοβήθηκε η ένοπλη σύρραξη. Τελικά με την παρέμβαση του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, η ένταση εκτονώθηκε και οι δύο χώρες απέσυραν τους στόλους τους ενώ είχε καταπέσει ελληνικό ελικόπτερο με θύματα τρία στελέχη των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων[1].

Η κρίση των Ιμίων, θα μπορούσε να αποτελέσει μία πολύ χρήσιμη μελέτη περιπτώσεων (case study) για την εμπειρική θεμελίωση των προτύπων που κατά καιρούς έχουν προταθεί, από τους θεωρητικούς της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Στο παρόν πόνημα, η γράφουσα, θα επιχειρήσει να αναλύσει το προαναφερθέν θερμό επεισόδιο, κάνοντας χρήση του προτύπου της γραφειοκρατικής πολιτικής (ΙΙΙ) του Graham Allison, όπως αυτό διατυπώθηκε στο εμβληματικό έργο του Η Κρίση της Κούβας. Λόγω των αδυναμιών του προτύπου, τονίζεται προκαταβολικά ότι ουδεμία προσπάθεια γίνεται, για την αποποίηση ευθυνών ή την παροχή ελαφρυντικών για τις πράξεις των αποφασιζόντων, συμπεριλαμβανομένου του πρωθυπουργού, του Υπουργού Εθνικής Αμύνης και του Υπουργού Εξωτερικών.

Σύμφωνα με τον Allison, τα εργαλεία κάθε εθνικής κυβέρνησης είναι ένα περίπλοκο σύνολο για το διεθνές παιχνίδι. Η πολιτική ηγεσία βρίσκεται επικεφαλής αξιωματούχων που εποπτεύουν τις κύριες υπηρεσίες του κράτους και συναποτελούν την ομάδα των κεντρικών παικτών, κεντρικών όσον αφορά στη συγκεκριμένη απόφαση ή το αποτέλεσμα, που ο αναλυτής επιχειρεί να εξηγήσει. Κάποιοι είναι διορισμένοι. Άλλοι καλούνται κατά περίπτωση ή διαγκωνίζονται για να περιληφθούν. Πέραν της κεντρικής αρένας, παράλληλοι και ομόκεντροι κύκλοι περιζώνουν τα χαμηλότερα κλιμάκια αξιωματούχων στην κυβέρνηση, στον Τύπο και στο κοινό. Η υπάρχουσα αντιπαλότητα των εξωτερικών κύκλων βοηθά στη λήψη αποφάσεων μεταξύ παικτών[2], που μπορούν να επηρεάσουν την κυβερνητική απόφαση και ενέργεια. Έτσι, το Μοντέλο ΙΙΙ, εστιάζει στους κατ’ ουσίαν εμπλεκόμενους σε αυτή την αλληλεπίδραση.

Επειδή οι μετέχοντες στην κυβέρνηση έχουν ανεξάρτητες βάσεις, η εξουσία μοιράζεται. Συνταγματικές επιταγές, πολιτικές παραδόσεις, κυβερνητικές πρακτικές και δημοκρατικές θεωρίες συντελούν στη διαμόρφωση των αναγκών και συμφερόντων των μετεχόντων στην κυβέρνηση και στην κατανομή της εξουσίας. Κάθε ένας κάθεται σε μία καρέκλα με τις δικές της ευθύνες και την πρόθεση να τις αντιμετωπίσει κατά τη δική του αντίληψη. Επομένως, αυτοί που μοιράζονται με τον πρόεδρο την άσκηση της εξουσίας δεν είναι δυνατόν να ανταποκρίνονται πλήρως στις επιταγές του. Εξάλλου είναι μοιραίο να κρίνουν τις επιλογές του υπό το φως των δικών τους ευθυνών και όχι των δικών του.

Η εξωτερική πολιτική επομένως, είναι η προέκταση των πολιτικών σε άλλες σφαίρες (που ενίοτε λειτουργούν με άλλον τρόπο). Οι επιλογές ενός παίκτη, τα προκύπτοντα από δευτερεύοντα θέματα, τα προκύπτοντα από πρωτεύοντα θέματα και τα λάθη, εάν κολληθούν σε έναν καμβά, αποτελούν την κυβερνητική πρακτική σχετικά με κάποιο θέμα. Για να εξηγήσουμε γιατί λήφθηκε κάποια επίσημη κυβερνητική απόφαση, είναι απαραίτητο να γνωρίσουμε το παιχνίδι και τους παίκτες, τις συμμαχίες, τα παζάρια και τους συμβιβασμούς και να δούμε με κατανόηση την όποια σύγχυση[3].

Επιστρέφοντας στη μελέτη της κρίσης των Ιμίων, κρίνεται απαραίτητη μία σύντομη ανάλυση της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε σε μία εκ των δύο εμπλεκόμενων πλευρών, την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, η χώρα, βρίσκεται  στη δίνη της κυβερνητικής αστάθειας. Ο ασθενής πρωθυπουργός, Ανδρέας Παπανδρέου, παραιτείται εκ του αξιώματός του (15/1/1996)[4], ενώ, τρεις ημέρες αργότερα, ο Κώστας Σημίτης, τέως Υπουργός Εμπορίου, κερδίζει τον Άκη Τσοχατζόπουλο στις εκλογές της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ και ορκίζεται πρωθυπουργός. Πάρα ταύτα, ο Σημίτης, δεν έγινε αρχηγός του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, ενώ κληρονόμησε και ένα υπουργικό συμβούλιο κυριαρχούμενο από πολιτικούς του αντιπάλους. Ο Παπανδρέου εξακολουθούσε να ζει, η υγεία του όμως χειροτέρευε και ο λαός συνειδητοποίησε ότι ο θάνατός του ήταν θέμα χρόνου. Η κατάσταση, έφερνε την Αθήνα σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, τόσο εσωτερικά όσο και διεθνώς. Η δυναμική αυτή ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη στις διμερείς σχέσεις με την Τουρκία, όπου ο Σημίτης αντιμετώπισε έντονες επικρίσεις τόσο από τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης Γεράσιμο Αρσένη όσο και από τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, ναύαρχο Χρήστο Λυμπέρη. Ο Αρσένης είχε ήδη αμφισβητήσει τον Σημίτη[5] για τον πρωθυπουργικό θώκο[6] και, δημιουργώντας μία πατριωτική εξωτερική εικόνα, επέτυχε να ελέγξει μια κρίσιμη ομάδα ψήφων στο ΠΑΣΟΚ[7].

Ένα μήνα πριν, κατά τη διάρκεια της νύχτας των Χριστουγέννων, ένα τουρκικό φορτηγό πλοίο προσάραξε, από λάθος χειρισμό, σε μία από τις ακατοίκητες βραχονησίδες, γνωστές ως Ίμια. Ο Τούρκος πλοίαρχος αρνήθηκε την ελληνική βοήθεια, ισχυριζόμενος ότι βρισκόταν στα τουρκικά χωρικά ύδατα και ότι ο «βράχος Καρντάκ» ήταν τουρκικός[8]. Η επακολουθούμενη αποστολή προφορικών διακοινώσεων του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών για την τουρκική κυριαρχία επί των βραχονησίδων, δημιούργησε υποψίες στο ελληνικό ΥΠΕΞ για τις πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας[9], ωστόσο, το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, δεν ενημερώθηκε[10].

Στις 9 Ιανουαρίου, η ελληνική πρεσβεία απάντησε στο τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών με δύο προφορικά σημειώματα. Η Αθήνα ανέφερε τις συμφωνίες του 1932 μεταξύ Τουρκίας και Ιταλίας σχετικά με την οριοθέτηση των συνόρων μεταξύ των Δωδεκανήσων και των τουρκικών ακτών και ισχυρίστηκε ότι το 1947, με την ελληνο-ιταλική συμφωνία για την επιστροφή των Δωδεκανήσων, η Ιταλία παραχώρησε την κυριαρχία των Ιμίων στην Ελλάδα, θέτοντάς τα ως αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής επικράτειας[11].

Στις 16 Ιανουαρίου -δεκαεπτά ημέρες μετά την προσάραξη του τουρκικού φορτηγού πλοίου-, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, αποφάσισε εν τέλει να ενημερώσει το ΥΠΕΘΑ και ζήτησε από το ΓΕΕΘΑ, το ΓΕΝ και το ΥΕΝ αυξημένη επιτήρηση της περιοχής, εντολή που εκτελέστηκε στις 19 Ιανουαρίου[12]. Σε αυτήν ακριβώς τη φάση, καμία πλευρά δεν θεώρησε ότι υπήρχε λόγος ενημέρωσης της πολιτικής ηγεσίας για τη διαφορά[13].

Οι τουρκικές εδαφικές αξιώσεις στα Ίμια θορύβησαν τον τότε Δήμαρχο Καλύμνου και φίλο του Γεράσιμου Αρσένη, Δημήτρη Διακομιχάλη, ο οποίος συνοδευόμενος από τον αστυνομικό Διευθυντή Καλύμνου, έναν ιερέα και δύο κατοίκους του νησιού, ύψωσε την ελληνική σημαία σε μία από τις δύο βραχονησίδες, στις 25 Ιανουαρίου 1996. Τα τουρκικά τηλεοπτικά κανάλια μετέδωσαν εικόνες με την ελληνική σημαία υψωμένη στα Ίμια, προκαλώντας σάλο στην κοινή γνώμη της Τουρκίας, ενώ δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας Χουριέτ, μετέβησαν με ελικόπτερο από τη Σμύρνη στη Μεγάλη Ίμια (27/1/1996), υπέστειλαν την ελληνική σημαία και ύψωσαν την τουρκική[14].

Το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, ως ανταγωνιστική του ΥΠΕΞ γραφειοκρατική μονάδα, επιχείρησε να επιτελέσει το δικό του έργο, με τις  διαδικασίες που το ίδιο γνώριζε καλύτερα: την εφαρμογή στρατιωτικών μέτρων. Κατόπιν συσκέψεως στο ΕΘΚΕΠΙΧ (Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων), της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΘΑ, αποφασίστηκαν η ανάρτηση εκ νέου της ελληνικής σημαίας στη βραχονησίδα, η αύξηση της ετοιμότητας της Πολεμικής Αεροπορίας και των ΑΑ (Αντιαεροπορικών) μέσων, η πλήρης ενεργοποίηση των κέντρων επιχειρήσεων των Γενικών Επιτελείων και των σχηματισμών, η ετοιμότητα τμημάτων άμεσης επέμβασης του Στρατού Ξηράς και η άμεση προώθηση δύο ΟΥΚ (Ομάδας Υποβρύχιων Καταστροφών), από την Αμφιάλη στην Κάλυμνο[15]. Το ίδιο βράδυ (28/1/1996), Έλληνες βατραχάνθρωποι αποβιβάστηκαν στη Μεγάλη Ίμια χωρίς να τους αντιληφθούν τα παραπλέοντα εκεί τουρκικά πολεμικά πλοία[16]. Και την ώρα που το ΥΠΕΘΑ, μετέτρεπε τη διπλωματική ένταση σε κρίση, η ασυνέχεια στην κυβερνητική πολιτική, -λόγω και της απουσίας κεντρικού συντονισμού-, εντάθηκε με τις δηλώσεις του ΥΠΕΞ Θεόδωρου Πάγκαλου, ο οποίος υποστήριξε ότι το επεισόδιο δεν ήταν σοβαρό[17].

Στις  29 Ιανουαρίου, ο νέος πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, στις προγραμματικές του δηλώσεις στη Βουλή, έστειλε μήνυμα προς τη Τουρκία, υποστηρίζοντας ότι σε οποιαδήποτε πρόκληση η Ελλάδα θα αντιδρούσε άμεσα και δυναμικά. Την ίδια στιγμή, τουρκικά πολεμικά παραβίασαν τα ελληνικά χωρικά ύδατα και πλησίασαν τα Ίμια[18].  Δεχόμενος πιέσεις από το Ναύαρχο Λυμπέρη (που ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή στο γραμματέα του ΥΠΕΘΑ) ο Γεράσιμος Αρσένης, εξουσιοδότησε την αποστολή μίας δυσανάλογα μεγάλης ναυτικής δύναμης[19], για την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας[20].  Ευρισκόμενο σε πλήρη ασυμφωνία με τις δράσεις του Υπουργείου Αμύνης, το ΥΠΕΞ, απάντησε αρνητικά σε πρόταση του ΓΕΕΘΑ για την κοινή εξέταση ορισμένων ζητημάτων -συμπεριλαμβανομένων των τουρκικών διεκδικήσεων στα Ίμια- και αντιπρότεινε τη μετάθεση της διεξαγωγής της σύσκεψης για τις 8 Φεβρουαρίου, λόγω φόρτου (!) εργασίας.

Στις 30 Ιανουαρίου, ο ΥΠΕΘΑ, συνέγειρε τον ΥΠΕΞ Θεόδωρο Πάγκαλο για τις ενέργειες των Τούρκων, μετά από προσπάθεια εντοπισμού του εφόσον δεν βρισκόταν στο Υπουργείο Εξωτερικών. Η απροθυμία του Υπουργού Εξωτερικών να συνεργαστεί με το Γεράσιμο Αρσένη, έγινε περισσότερο εμφανής, όταν ο πρώτος, αρνήθηκε να προσέλθει στη σύσκεψη του Συμβουλίου Αμύνης στο ΕΘΚΕΠΙΧ για την εκτίμηση της κατάστασης. Οι δύο Υπουργοί, εν τέλει θα συνεδρίαζαν από κοινού στη σύσκεψη που έλαβε χώρα στο Μέγαρο Μαξίμου υπό τον πρωθυπουργό. Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης, ο A/ΓΕΕΘΑ ζήτησε από τον Κώστα Σημίτη την αποδέσμευση των κανόνων εμπλοκής, ενώ ο πρωθυπουργός, τόνισε ότι σε περίπτωση που τουρκικά πολεμικά προσέγγιζαν τα ελληνικά χωρικά ύδατα ή τις ακτές, οι Ελληνικές ΕΔ να μην αντιδρούσαν βίαια αλλά να προειδοποιούσαν τις τουρκικές ναυτικές μονάδες και να τους ζητούνταν να απομακρυνθούν[21].

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κατέφθασαν πληροφορίες στο ΓΕΕΘΑ, ότι Τούρκοι κομάντος, αποβιβάστηκαν στη Μικρή Ίμια. Ελικόπτερο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού απονηώθηκε από τη φρεγάτα «Ναυαρίνο» για να επιβεβαιώσει την πληροφορία. Το πλήρωμα του ελικοπτέρου ανέφερε ότι εντόπισε περί τους δέκα Τούρκους κομάντος με τη σημαία τους. Δόθηκε εντολή να επιστρέψει στη βάση του κι ενώ πετούσε μεταξύ των βραχονησίδων Πίτα και Καλόλιμνος χάθηκε από τα ραντάρ. Λίγη ώρα αργότερα, θα ανασύρονταν νεκρά και τα τρία μέλη του πληρώματος, ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός[22].

Ο Σημίτης κατάλαβε ότι έπρεπε να αντιδράσει γρήγορα ώστε να αποφευχθεί το θέαμα μιας τουρκικής σημαίας σε ελληνικό έδαφος. Έπρεπε όμως να πείσει το σύνολο των ετέρων παικτών, προεξάρχοντος του ναυάρχου Λυμπέρη. Ο Σημίτης σκεπτόταν την απομάκρυνση της σημαίας και ζήτησε την άποψη του Λυμπέρη. Ο ναύαρχος απάντησε ότι «οι στρατιωτικοί ορκίζονται στη σημαία και ότι η απομάκρυνσή της θα μπορούσε να είναι τόσο σοβαρή, που οι Ένοπλες Δυνάμεις θα αντιδρούσαν και η κυβέρνηση θα έπεφτε». Ο Σημίτης απάντησε στο Λυμπέρη ότι ήταν πολύ συναισθηματικός και πώς υπερέβαλλε. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Λυμπέρη, οι Έλληνες διέθεταν το τακτικό πλεονέκτημα στην περιοχή των Ιμίων και έπρεπε να τους δοθεί, βάσει των κανόνων εμπλοκής, η δυνατότητα του πρώτου χτυπήματος.

Λίγα λεπτά αργότερα, ο ΥΠΕΞ Πάγκαλος, πρότεινε στο συμβούλιο να υποστηρίξουν ότι ο αέρας πήρε την ελληνική σημαία. Ο πρωθυπουργός φάνηκε να υιοθετεί την πρόταση του Πάγκαλου, αλλά ο ναύαρχος Λυμπέρης, παρέμεινε αδιάλλακτος. Όπως υποστήριξε ο ναύαρχος Λυμπέρης, πριν ενημερωθεί για την τουρκική προσγείωση στη Μικρή Ίμια, ο πρωθυπουργός και οι γραμματείς του επιδίωκαν την αποκλιμάκωση, ενώ είχε διατάξει το Ναυτικό να στοχεύσει τα τουρκικά πλοία. Υπήρξε, στην πραγματικότητα, ένα πραγματικό «χάσμα» μεταξύ των τακτικών θέσεων του ελληνικού στρατού στο Αιγαίο και της νοοτροπίας των πολιτικών στην Αθήνα[23].

Η αποκλιμάκωση της έντασης, εν τέλει, επετεύχθη, ύστερα από παρέμβαση των του υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, ο οποίος επέβαλλε τις θέσεις του. «No ships, no troops, no flags» διαμήνυσε, ή σε πιο κομψή διπλωματική γλώσσα να ισχύσει το status quo ante. Μέχρι το μεσημέρι της 31ης Ιανουαρίου 1996 τα πλοία, οι στρατιώτες και οι σημαίες είχαν αποσυρθεί από τα Ίμια[24].

Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, ότι η προαναφερόμενη κρίση, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, στο οποίο το πρότυπο ΙΙΙ του Graham Allison περί γραφειοκρατικής πολιτικής, έχει πλήρη εφαρμογή. Ο ανταγωνισμός των δύο κύριων γραφειοκρατικών μονάδων (ΥΠΕΞ και ΥΠΕΘΑ), οι έριδες μεταξύ των Υπουργών, οι οποίοι ακολουθούσαν προσωπικές πολιτικές ατζέντες[25], προκειμένου να γίνουν αρεστοί όχι μόνο στα υπουργεία επί των οποίων προΐσταντο, αλλά και στο εσωτερικό του πολιτικού σχηματισμού (ΠΑΣΟΚ) στον οποίο συμμετείχαν, η αδυναμία πειθούς ενός πρωθυπουργού που επιδίωκε να επιβιώσει σε ένα εχθρικό περιβάλλον, καθώς και η εφαρμογή τυποποιημένων οδηγιών εκ μέρους τόσο των διπλωματών, όσο και των στρατιωτικών, επέτειναν τη σύγχυση και δυσχέραναν την αντιμετώπιση της κρίσης.

Στον απόηχο της έντασης που δημιουργήθηκε, οι πολιτικοί, επέρριψαν όλες τις ευθύνες στους στρατιωτικούς, ενώ οι Ένοπλες Δυνάμεις, διά του ναυάρχου Λυμπέρη, περιέγραψαν το ρόλο τους ως περιορισμένο, εφόσον είχαν εστιαστεί στην παροχή πληροφοριών και την εκτέλεση εντολών. Υποστήριξαν ότι εάν οι διοικητές ήταν ελεύθεροι να λάβουν τις τελικές αποφάσεις, ο ελληνικός στρατός θα μπορούσε να ήταν πιο αποτελεσματικός στην αντιμετώπιση της κρίσης[26]. Εικοσιένα χρόνια μετά, οι ευθύνες όχι μόνο δεν έχουν αποδοθεί, αλλά η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εξακολουθεί να αμφισβητεί την εθνική μας κυριαρχία, παραβιάζοντας κατ’ εξακολούθηση το FIR και τα χωρικά μας ύδατα.

 

Υποσημειώσεις

[1] «Ίμια: 20 Χρόνια μετά την Κρίση», CNN Greece, 29 Ιανουαρίου 2016, http://www.cnn.gr/news/ellada/story/19944/imia-20-xronia-meta-tin-krisi.

[2] Κατά τον Allison, η πολιτική ηγεσία, όπως ο πρωθυπουργός ή ο Πρόεδρος, σύμφωνα με αυτό το πρότυπο, δεν είναι παρά ένας άλλος παίκτης ανάμεσα στις άλλες εμπλεκόμενες στο πολιτικό αυτό παίγνιο υπηρεσίες. Για περισσότερα βλ. Τσαρδανίδης, Το σύστημα Λήψης Αποφάσεων στην Εξωτερική Πολιτική, 76.

[3] Graham Allison και Philip Zelikow, Η Κρίση της Κούβας: Η Ουσία της Απόφασης (Αθήνα: Παπαζήσης 2006), 386-391.

[4] Πέτρος Σαββίδης, «Η Κρίση των Ιμίων 1996». Ανάλυση Συγκρούσεων: 9, Μελέτες Περιπτώσεων στην Ανάλυση Συγκρούσεων (Διάλεξη, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, 2017), 15.

[5] Ενδεικτικό της «ατμόσφαιρας» του ΠΑΣΟΚ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είναι η παρατήρηση του Κώστα Σημίτη: «Το 1996 βρήκα ένα κόμμα απορροφημένο από προσωπικές συγκρούσεις και μία κυβέρνηση υπό σύγχυση». Για περισσότερα βλ. Panagiotis Dimitrakis, «Intelligence for Crisis Management: The Case of the January 1996 Greek-Turkish Crisis», European Security (2008), Vol. 17, No 4, 456.

[6] Στις 14 Δεκεμβρίου 1995, ο Αρσένης κάλεσε τους Έλληνες δημοσιογράφους στο σπίτι του. Ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για το αξίωμα του πρωθυπουργού, εξηγώντας τις απόψεις του σχετικά με την οικονομία. Επίσης, αποκάλυψε ότι «ο ίδιος φοβόταν μια τουρκική πρόκληση αμέσως μετά την εκλογή του νέου Πρωθυπουργού της Ελλάδας». Οι Τούρκοι θα «δοκίμαζαν» την τόλμη της νέας ελληνικής διοίκησης. Εάν ο Αρσένης εκλεγόταν στην πρωθυπουργία, είπε, θα διατηρούσε επίσης το αξίωμα του Υπουργού Εθνικής Άμυνας για αρκετό καιρό ώστε να προστατεύσει τη χώρα από μια τέτοια απροσδόκητη κατάσταση. Για περισσότερα βλ. Dimitrakis, «Intelligence for Crisis Management», 458.

[7] Michael Robert Hickok, «The Imia/Kardak Affair, 1995-96: A Case of Inadvertent Conflict», European Security (1998), Vol. 7, No 4, 119.

[8] Αλέξης Ηρακλείδης, «Η Κρίση των Ιμίων», Εφημερίδα των Συντακτών, 9 Φεβρουαρίου 2016, http://www.efsyn.gr/arthro/i-krisi-ton-imion.

[9] Dimitrakis, «Intelligence for Crisis Management», 456.

[10] Σαββίδης, «Η Κρίση των Ιμίων», 17.

[11] Dimitrakis, «Intelligence for Crisis Management», 460.

[12] Σαββίδης, «Η Κρίση των Ιμίων», 17.

[13] Hickok, «The Imia/Kardak Affair», 124.

[14] «Ίμια: 20 Χρόνια μετά την Κρίση».

[15] Σαββίδης, «Η Κρίση των Ιμίων», 18.

[16] «Ίμια: 20 Χρόνια μετά την Κρίση».

[17] Σαββίδης, «Η Κρίση των Ιμίων», 18.

[18] Μιχάλης Μαρδάς, «21 Χρόνια από την Κρίση στα Ίμια: Μαρτυρίες, Χρονικό και Πολιτικές Αναταράξεις», Ελεύθερος Τύπος, 31 Ιανουαρίου 2017, http://www.eleftherostypos.gr/istories/74244-21-xronia-apo-tin-krisi-sta-imia-oi-martyries-to-xroniko-kai-oi-politikes-anataraxeis/.

[19] Σύμφωνα με το στρατηγό Δήμου, ο ναύαρχος Λυμπέρης, είχε προγραμματίσει να αναπτύξει σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, μία τόσο συντριπτική δύναμη πυρός, ώστε να εξασφαλισθεί η δυνατότητα του πρώτου χτυπήματος. Ο ναύαρχος σκεπτόταν με όρους «πολεμικών σχεδίων» και εστιαζόταν περισσότερο στην απόκτηση του πλεονεκτήματος κατά την έναρξη των εχθροπραξιών, πάρα στη συνετή διαχείριση κρίσεων. Ακολουθώντας το δόγμα του Πολεμικού Ναυτικού (δηλαδή την ανάπτυξη υπέρμετρων δυνάμεων σε σύντομο χρόνο στον κατάλληλο τόπο), ο Έλληνας ναύαρχος, βάσισε τους υπολογισμούς του στο χειρότερο σενάριο, ενός ελληνοτουρκικού πολέμου. Για περισσότερα βλ. Dimitrakis, «Intelligence for Crisis Management», 469.

[20] Dimitrakis, «Intelligence for Crisis Management», 469.

[21] Σαββίδης, «Η Κρίση των Ιμίων», 21 και 26.

[22] Μαρδάς, «21 Χρόνια από την Κρίση στα Ίμια».

[23] Dimitrakis, «Intelligence for Crisis Management», 480-481.

[24] «Ίμια: 20 Χρόνια μετά την Κρίση».

[25] Σαββίδης, «Η Κρίση των Ιμίων», 32.

[26] Murat Bayar και Andreas Kotelis, «Democratic Peace or Hegemonic Stability? The Imia/Kardak Case», Turkish Studies (2014), Vol. 15, No.2, 250.